28.10.17

Συναξάρι Αγίου Ανδρέα του δια Χριστόν σαλού + ασματική ακολουθία (Μιχαήλ του Κρητός)

Αποτέλεσμα εικόνας για Όσιος Ανδρέας δια Χριστόν σαλός

Ὁ μετά τῶν ἁγίων εὐρισκόμενος πατέρας μας Ἀν­δρέ­ας ἔ­ζη­σε στή Βα­σι­λεύ­ου­σα κα­τά τά χρό­νια τῆς βα­σι­λεί­ας τοῦ φι­λο­χρι­στοῦ αὐ­το­κρά­το­ρα Λέ­ον­τα. Ἦ­ταν Σκύ­θης τήν κα­τα­γω­γή καί ὑ­πη­ρε­τοῦ­σε ὡς δοῦ­λος ἕ­ναν εὐ­σε­βῆ καί ἐ­νά­ρε­το πρω­το­σπα­θά­ριο, πού ὀ­νο­μα­ζό­ταν Θε­ό­γνω­στος. Ὁ κύ­ριος του, βλέ­πον­τας τήν ἐ­ξυ­πνά­δα καί τίς ἱ­κα­νό­τη­τές του, τόν ἐ­κτι­μοῦ­σε ἰ­δι­αί­τε­ρα καί φρόν­τι­σε νά τόν μορ­φώ­σει, στέλ­νον­τας τόν σέ δι­δα­σκα­λεῖ­ο, ὅ­που καί σπού­δα­σε τά ἱ­ε­ρά γράμ­μα­τα. Ὁ νε­α­ρός Ἀν­δρέ­ας ἀ­γα­ποῦ­σε νά με­λε­τᾶ τίς Γρα­φές, τά μαρ­τύ­ρια τῶν ἁ­γί­ων, ἀλ­λά καί τό βί­ο τῶν ὁ­σί­ων πα­τέ­ρων. 



Μί­α νύ­κτα ἀ­γρυ­πνοῦ­σε, κα­τά τή συ­νή­θειά του, στό σπί­τι τοῦ κυ­ρί­ου του. Ὁ πο­λυ­μή­χα­νος, ὅ­μως, δι­ά­βο­λος, πού δέν ἄν­τε­χε νά βλέ­πει τήν ἀ­ρε­τή καί τόν ἔν­θε­ο ζῆ­λο του, ἄρ­χι­σε νά κτυ­πᾶ μέ δύ­να­μη τίς πόρ­τες τοῦ σπι­τιοῦ. Ὁ ὅ­σιος Ἀν­δρέ­ας ἔ­τρε­ξε τρο­μαγ­μέ­νος στό κρε­βά­τι του. Ὕ­στε­ρα ἀ­πό αὐ­τό, ἔ­πε­σε σέ βα­θύ ὕ­πνο καί εἶ­δε στό ὄ­νει­ρό του, πώς βρέ­θη­κε σέ ἕ­να θέ­α­τρο. Ἐ­κεῖ εἶ­δε δύ­ο ἀν­τί­πα­λες πα­ρα­τά­ξεις, πού βρί­σκον­ταν σέ πό­λε­μο. Ἀ­πό τή μί­α με­ριά βρι­σκό­ταν πολ­λοί λευ­κον­τυ­μέ­νοι καί σε­βά­σμιοι ἄν­δρες, ἐ­νῶ ἀ­πό τήν ἄλ­λη με­ριά βρί­σκον­ταν μαῦ­ροι Αἰ­θί­ο­πες. Τό­τε ἐμ­φα­νί­στη­κε ἕ­νας πα­νέ­μορ­φος Νέ­ος, πού κρα­τοῦ­σε στό χέ­ρι τοῦ τρί­α πο­λύ­τι­μα στε­φά­νια. Ὁ ὅ­σιος πλη­σί­α­σε τόν πα­νέ­μορ­φο αὐ­τό Νέ­ο καί τόν ρώ­τη­σε πώς μπο­ρεῖ κα­νείς νά ἀ­πο­κτή­σει τά πο­λύ­τι­μα αὐ­τά στε­φά­νια. Ὁ πα­νέ­μορ­φος, τό­τε, Νέ­ος τοῦ ἐ­ξή­γη­σε πώς αὐ­τά τά στε­φά­νια ἀ­νή­κουν σέ αὐ­τούς πού νι­κοῦν τούς μαύ­ρους Αἰ­θί­ο­πες καί τόν προ­έ­τρε­ψε νά πο­λε­μή­σει ἐ­ναν­τί­ον τους, λέ­γον­τας: «…Ἀ­πό αὐ­τή τή στιγ­μή θά εἶ­σαι φί­λος καί ἀ­δελ­φός Μου. Ἀ­γω­νί­σου γυ­μνός τόν κα­λόν ἀ­γώ­να. Γί­νε γιά χά­ρη Μου σα­λός καί Ἐ­γώ θά σού χα­ρί­σω πολ­λά ἀ­γα­θά στή Βα­σι­λεί­α Μου…­».

Ὁ ὅ­σιος κα­τά­λα­βε, πώς ὁ ἴ­διος ὁ Θε­ός τό κα­λοῦ­σε νά ὑ­πο­κρι­θεῖ τό σα­λό. Ἔ­τσι, τό ἑ­πό­με­νο βρά­δυ πῆ­γε στό πη­γά­δι, πού βρι­σκό­ταν κον­τά στό ὑ­πνο­δω­μά­τιο τοῦ κυ­ρί­ου του καί ἄρ­χι­σε νά φω­νά­ζει καί νά προ­φέ­ρει ἀ­κα­τα­νό­η­τα λό­για, ἐ­νῶ μέ ἕ­να μα­χαί­ρι ἔ­σκι­ζε τά ροῦ­χα του. Οἱ ὑ­πη­ρέ­τες τοῦ σπι­τιοῦ, πού ἔ­τρε­ξαν κον­τά του καί τόν βρῆ­καν σέ αὐ­τή τήν κα­τά­στα­ση, ἀ­νήγ­γει­λαν στόν κύ­ριό του, ὅ­τι ὁ Ἀν­δρέ­ας τρε­λά­θη­κε. Ὁ κύ­ριός του λυ­πή­θη­κε γιά τό γε­γο­νός, ἀλ­λά, τε­λι­κά, ἀ­ναγ­κά­στη­κε νά τόν κα­τα­γρά­ψει ὡς τρε­λό καί νά τόν ἀ­πε­λευ­θε­ρώ­σει ἀ­πό τά δε­σμά τῆς δου­λεί­ας. Με­τά ἀ­πό αὐ­τό ὁ μα­κά­ριος Ἀν­δρέ­ας ἄρ­χι­σε νά πε­ρι­φέ­ρε­ται στούς δρό­μους τῆς Βα­σι­λεύ­ου­σας καί νά ζεῖ σάν σα­λός. Ὑ­πο­μέ­νον­τας ἀ­γόγ­γυ­στα τήν πε­ρι­φρό­νη­ση καί τόν κα­τα­τρεγ­μό τῶν ἀν­θρώ­πων, πού τοῦ φέ­ρον­ταν πο­λύ συ­χνά μέ με­γά­λη σκλη­ρό­τη­τα, καί ζών­τας βί­ο ἀ­σκη­τι­κό μέ­σα στόν κό­σμο ἔ­φτα­σε πο­λύ γρή­γο­ρα σέ βά­θος τα­πει­νώ­σε­ως καί ἡ ἁ­γι­α­σμέ­νη ψυ­χή του στο­λί­στη­κε μέ ὅ­λα τά ὑ­περ­φυ­σι­κά χα­ρί­σμα­τα τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος. Ὅ­σο, πά­λι, ὁ ὅ­σιος ἀ­νερ­χό­ταν πρός τό ἀ­κρό­τα­το ὕ­ψος τῆς ὑ­περ­τέ­λειας τε­λει­ό­τη­τας, τό­σο φρόν­τι­ζε νά κρύ­βει τήν πνευ­μα­τι­κή του πο­λι­τεί­α καί ἁ­γι­ό­τη­τα πί­σω ἀ­πό τά σο­φά τε­χνά­σμα­τα τῆς σα­λό­τη­τας καί, ταυ­τό­χρο­να, νά κα­τερ­γά­ζε­ται μέ­σα ἀ­πό αὐ­τά τή δι­όρ­θω­ση τῶν ἁ­μαρ­τω­λῶν καί ἐμ­πα­θῶν ἀν­θρώ­πων.
Ἐ­πει­δή, ὅ­μως, κα­τά τό λό­γο τοῦ Κυ­ρί­ου: «…οὐ δύ­να­ται πό­λις κρυ­βῆ­ναι ἐ­πά­νω ὅ­ρους κει­μέ­νη, οὐ­δέ καί­ου­σι λύ­χνον καί τι­θέ­α­σιν αὐ­τόν ὑ­πό τόν μό­διον, ἄλλ΄ ἐ­πί τήν λυ­χνί­αν καί λάμ­πει πά­σι τοῖς ἐν τῇ οἰ­κί­ᾳ…» (Μτθ. 5, 14-15), ὁ φι­λάν­θρω­πος Θε­ός οἰ­κο­νό­μη­σε μέ θαυ­μα­στό τρό­πο τή φα­νέ­ρω­ση τῆς πα­ρά­ξε­νης πο­λι­τεί­ας τοῦ δού­λου Του, ὥ­στε νά ὠ­φε­λη­θοῦμε μέ­σα ἀ­πό αὐ­τήν ὅ­λοι οἱ χρι­στια­νοί, καί οἱ μέν ἁ­μαρ­τω­λοί νά πα­ρα­κι­νη­θοῦμε σέ με­τά­νοι­α, οἱ δέ τυ­πο­λά­τρες σέ ἐ­πί­γνω­ση τῆς ἀ­λη­θι­νῆς εὐ­σέ­βειας. Ἐ­νῶ, λοιπόν, πε­ρι­φε­ρό­ταν στή Βα­σι­λεύ­ου­σα ὁ ὅ­σιος συ­νάν­τη­σε τρεῖς ἐ­νά­ρε­τους νέ­ους. Ὁ με­γα­λύ­τε­ρος ἀ­πό αὐ­τούς, φω­τι­σμέ­νος ἀ­πό τό Θε­ό, κα­τα­νό­η­σε τό μυ­στή­ριο τῆς ἁ­γι­ό­τη­τας τοῦ ὁ­σί­ου καί τόν πλη­σί­α­σε. Ὁ ὅ­σιος, τό­τε, ἀ­πε­κά­λυ­ψε στό νέ­ο τό ὄ­νο­μά του, λέ­γον­τας: «…Ἐ­σύ εἶ­σαι ὁ Ἐ­πι­φά­νιος. Ἀ­πό τώ­ρα καί στό ἑ­ξῆς θά εἶ­σαι ὁ φί­λος καί τό πνευ­μα­τι­κό μου παι­δί…­». Ὁ ὅ­σιος προ­εῖ­πε, ἐ­πί­σης, στόν νε­α­ρό Ἐ­πι­φά­νιο, πώς μί­α μέ­ρα θά γι­νό­ταν ἐ­πί­σκο­πος στή Βα­σι­λεύ­ου­σα καί πνευ­μα­τι­κός πα­τέ­ρας πολ­λῶν ἀν­θρώ­πων. Ἀ­πό αὐ­τή τή στιγ­μή καί μέ­χρι τήν κοί­μη­ση τοῦ ὁ ὅ­σιος θά ἀ­πο­κα­λύ­πτει, πλέ­ον, μό­νο στόν ἔμ­πι­στο μα­θη­τή τοῦ Ἐ­πι­φά­νιο τίς οὐ­ρά­νι­ες ἀ­πο­κα­λύ­ψεις πού τοῦ χά­ρι­ζε ὁ Θε­ός καί θά τόν κα­θο­δη­γεῖ ὡς πνευ­μα­τι­κός πα­τέ­ρας στόν δρό­μο τῆς ἀ­ρε­τῆς καί τῆς ἁ­γι­ό­τη­τας.

Ἕ­να βρά­δυ στό πα­ρεκ­κλή­σιο τῆς Ἁ­γί­ας Σο­ροῦ, πού βρι­σκό­ταν στό Να­ό τῆς Πα­να­γί­ας τῶν Βλα­χερ­νῶν, γι­νό­ταν ἀ­γρυ­πνί­α πρός τι­μήν τῆς Θε­ο­τό­κου. Βρι­σκό­ταν ἐ­κεῖ ὁ μα­κά­ριος Ἀν­δρέ­ας καί ὁ Ἐ­πι­φά­νιος. Ἀρ­γά τή νύ­κτα καί ἐ­νῶ ἡ ἀ­γρυ­πνί­α συ­νε­χι­ζό­ταν ὁ ὅ­σιος καί ὁ Ἐ­πι­φά­νιος εἶ­δαν τή Θε­ο­τό­κο νά εἰ­σέρ­χε­ται στό Να­ό συ­νο­δευ­ό­με­νη ἀ­πό πλῆ­θος λευ­κο­φό­ρων ἁ­γί­ων, ἀ­νά­με­σα στούς ὁ­ποί­ους ξε­χώ­ρι­σαν τόν Τί­μιο Πρό­δρο­μο καί τόν εὐ­αγ­γε­λι­στή Ἰ­ω­άν­νη τό θε­ο­λό­γο. Ἡ Θε­ο­τό­κος εἰ­σῆλ­θε ἀ­πό τίς βα­σι­λι­κές πύ­λες καί προ­χώ­ρη­σε πρός τό θυ­σι­α­στή­ριο. Ἐ­κεῖ γο­νά­τι­σε καί ἔ­μει­νε πολ­λή ὥ­ρα προ­σευ­χό­με­νη πρός τόν Υἱ­ό καί Θε­ό Της γιά τή σω­τη­ρί­α τοῦ κό­σμου, ἐ­νῶ ἄ­φθο­να δά­κρυ­α ἔ­τρε­χαν στό πα­νά­γιο πρό­σω­πό της. Μό­λις τε­λεί­ω­σε τήν προ­σευ­χή της ἡ Θε­ο­τό­κος ἔ­βγα­λε ἀ­πό τό ἄ­χραν­το κε­φά­λι τῆς τό ἀ­στρα­φτε­ρό της μα­φό­ριο καί τό ἅ­πλω­σε μέ τά πα­νά­για χέ­ρια της σάν Σκέ­πη πά­νω ἀ­πό τό ἐκ­κλη­σί­α­σμα, συμ­βο­λί­ζον­τας μέ τόν τρό­πο αὐ­τό τήν προ­στα­σί­α πού πα­ρεῖ­χε μέ τή με­σι­τεί­α της στήν Βα­σι­λεύ­ου­σα πό­λη καί τούς κα­τοί­κους της. Ἐ­κεῖ τό ἔ­βλε­παν ὁ ὅ­σιος Ἀν­δρέ­ας καί ὁ Ἐ­πι­φά­νιος νά αἰ­ω­ρεῖ­ται γιά πολ­λή ὥ­ρα καί νά ἐκ­πέμ­πει θε­ϊ­κή δό­ξα. Ὅ­ση ὥ­ρα ἡ Θε­ο­τό­κος βρι­σκό­ταν μέ­σα στό Να­ό ἡ ἱ­ε­ρή ἐ­σθή­τα τῆς ἐ­ξα­κο­λου­θοῦ­σε νά σκορ­πί­ζει τή χά­ρη Της στούς πι­στούς. Ὅ­ταν, ὅ­μως, ἡ Θε­ο­τό­κος ἄρ­χι­σε νά ἀ­νε­βαί­νει στούς Οὐ­ρα­νούς ἄρ­χι­σε καί ἡ θεί­α Σκέ­πη της νά συ­στέλ­λε­ται, μέ­χρι πού χά­θη­κε τε­λεί­ως. Τήν ὀ­πτα­σί­α αὐ­τή ἀ­ξι­ώ­θη­κε νά δεῖ ὁ Ἐ­πι­φά­νιος μέ τή δύ­να­μη τῆς με­σι­τεί­ας τοῦ ὁ­σί­ου καί σέ ἀ­νά­μνη­ση της κα­θι­ε­ρώ­θη­κε ἀρ­γό­τε­ρα ἡ ἑ­ορ­τή τῆς Ἁ­γί­ας Σκέ­πης.
Ὁ μα­κά­ριος Ἀν­δρέ­ας, ἀ­φοῦ ὁ­λο­κλή­ρω­σε τό στά­διο τῶν ἀ­γώ­νων του, προ­γνώ­ρι­σε μέ ὑ­περ­φυ­σι­κό τρό­πο τό χρό­νο τῆς κοί­μη­σής του καί πλη­ρο­φό­ρη­σε γιά αὐ­τήν τόν Ἐ­πι­φά­νιο. Ἀ­φοῦ τοῦ ἔ­δω­σε τίς τε­λευ­ταῖ­ες του συμ­βου­λές καί τοῦ προ­εῖ­πε τά σχε­τι­κά μέ τήν μελ­λον­τι­κή ἐ­ξέ­λι­ξη τοῦ βί­ου του, τόν εὐ­λό­γη­σε καί τόν ἀ­σπά­σθη­κε γιά τε­λευ­ταί­α. Στή συ­νέ­χεια κα­τευ­θύν­θη­κε στό θέ­α­τρο τοῦ ἱπ­πο­δρό­μου καί πα­ρα­δό­θη­κε ὅ­λη τή νύ­κτα σέ προ­σευ­χή γιά τούς ἀν­θρώ­πους πού βρί­σκον­ταν σέ ἀ­νάγ­κη. Ἔ­πει­τα ξά­πλω­σε στή γῆ καί βλέ­πον­τας μέ χα­ρού­με­νο πρό­σω­πο τούς ἀγ­γέ­λους, πού ἦλ­θαν γιά νά πα­ρα­λά­βουν τήν ἁ­γί­α ψυ­χή του, πα­ρέ­δω­σε τό πνεῦ­μα του στά χέ­ρια τοῦ Θε­οῦ. Με­τά τήν κοί­μη­ση τοῦ ὁ­σί­ου ἀ­νέκ­φρα­στη εὐ­ω­δί­α ἁ­πλώ­θη­κε στόν βρώ­μι­κο καί ἀ­κά­θαρ­το ἐ­κεῖ­νο τό­πο, ἐ­νῶ ἀ­πό τό λεί­ψα­νο τοῦ ἁ­γί­ου ἀ­να­δι­δό­ταν ἄ­φθο­νο μύ­ρο. Μί­α φτω­χή γυ­ναί­κα, πού ζοῦ­σε σέ μί­α κα­λύ­βα κον­τά στό ση­μεῖ­ο αὐ­τό, αἰ­σθάν­θη­κε τήν ἀ­νέκ­φρα­στη καί με­θυ­στι­κή ἐ­κεί­νη εὐ­ω­δί­α καί ἔ­φτα­σε πρώ­τη στό μέ­ρος πού βρι­σκό­ταν ὁ ὅ­σιος. Εἶδε το ἅγιο λείψανό του καί ἔ­τρε­ξε ἔκ­πλη­κτη νά ἀ­ναγ­γεί­λει τό θαῦ­μα. Πολ­λοί ἔ­τρε­ξαν στό μέ­ρος ἐ­κεῖ­νο, ἀλ­λά πρός με­γά­λη τους ἔκ­πλη­ξη δέν βρῆ­καν ἐ­κεῖ τό ἅγιο λεί­ψα­νο τοῦ ὁ­σί­ου, για­τί ὁ Θε­ός τό με­τέ­θε­σε γιά λό­γους πού μό­νον Ἐ­κεῖ­νος γνω­ρί­ζει. Εἶ­δαν, ὅ­μως, ὅ­λοι το ὑ­περ­φυ­σι­κό Φῶς πού κά­λυ­πτε τό ση­μεῖ­ο ἐ­κεῖ­νο καί ὀ­σφράν­θη­καν τήν ἄρ­ρη­τη εὐ­ω­δί­α τοῦ οὐ­ρά­νιου ἐ­κεῖ­νου μύ­ρου. Τήν μα­κά­ρια ψυ­χή τοῦ ὁ­σί­ου εἶ­δε τό πρω­ί τῆς ἑ­πό­με­νης ἡ­μέ­ρας καί ὁ ἱ­ε­ρός Ἐ­πι­φά­νιος νά ἀ­νε­βαί­νει ὁ­λό­φω­τη στούς Οὐ­ρα­νούς μέ τή συ­νο­δεί­α ἁ­γί­ων ἀγ­γέ­λων.
Ὁ θεῖ­ος Ἀν­δρέ­ας τε­λει­ώ­θη­κε τήν 28η τοῦ μη­νός Μα­ΐ­ου σέ ἡ­λι­κί­α ἑ­ξήν­τα ἔ­ξι ἐ­τῶν και τώ­ρα πού βρί­σκε­ται μπρο­στά στό θρό­νο τῆς ὑ­πέρ­θε­ης Τριά­δας πρε­σβεύ­ει ἀ­στα­μά­τη­τα γιά τήν εἰ­ρή­νη τοῦ κό­σμου και για τη σω­τη­ρί­α ὅ­λων τῶν εὐ­σε­βών καί ὀρ­θο­δό­ξων χρι­στια­νῶν. Ἀμήν.

Ακολουθεί η ασματική ακολουθία του Αγίου:


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Τα σχόλια σας θα πρέπει να αναφέρονται στη συγκεκριμένη ανάρτηση και να διατυπώνονται κόσμια ακόμα και αν διαφωνείτε.

Παρακαλούμε να χρησιμοποιείτε ελληνικούς χαρακτήρες.