23.12.17

«Τα Xριστούγεννα του ασκητή» – Μία ΑΝΕΚΔΟΤΗ συγκλονιστική Αγιορείτικη Ιστορία!

Σχετική εικόνα
παροσα διήγηση εναι μία συγκλονιστικ μπειρία το μακαριστο π. Θεόκλητου Διονυσιάτη, πως τν μπιστεύθηκε πρν 38 χρόνια σχεδν στν γιορείτη Μοναχ π. Κύριλλο Παντοκρατορινό, ποος μ δέος κα νοσταλγία πρν λίγες μέρες μς τν μετέφερε.


Από τ Happy Christmas λοιπν τν «ετυχισμένων» νθρώπων ς ταξιδεύσει φέτος λογισμός μας στ’ γιονορος, κε στ φρικτ Καρούλια, μ τος ξυπόλυτους σκητς κα σ σα μς ξομολογιέται μ συγκλονισμ γιασμένος κα σοφός μας π. Θεόκλητος Διονυσιάτης.
* * *
«ΝΕΟΣ ΜΟΝΑΧΟΣ τότε, κατ τ τος 1941, ν μέσ τς κατοχς κα το νσκήψαντος δεινο χειμνος, μο ρθε καλς λογισμς ν πισκεφθ προσκυνητς τ φρικτ Καρούλια, ν κάμω κα γ σκητικ Χριστούγεννα μαζ μ….
το
ς ετόψυχους Καλόγηρους τούτου το παράκλητου τόπου.
Τν ελογία μο τν δωκε μέσως δίχως δισταγμ Γέροντάς μου, σιότατος π. Γαβριήλ, κα γούμενος χρηματίσας τς το Διονυσίου Μονς. Μο δωκε εσέτι κα λίγους βολος δι τ ταξίδιό μου μ τ μοτόρι κα λίγες φανέλες γι ν χω ν λλάξω, μ ελόγησε κα εχόμενος μ στειλε σ τοτο τ κατανυκτικ ταξίδι.
βαλα μετάνοια στν Γέροντά μου λοιπν, φορτώθηκα τν ντορβά μου, κι’ λαβα τ ραβδ μ προορισμ τ κατανυκτικ Καρούλια προκειμένου ν λάβω μέρος στν γρυπνία τν Χριστουγέννων.
Από τν παραμον ήδη τ πρωΐ ορανς τανε μαρος σν μολύβι, κ᾿ πιασε να ρίχνει νερόχιονο βελονιαστ.
Καταφθάνοντας ργ τ πόγευμα, μ μία τερπν ναμονή, στ βραχώδη Καρούλια, λιος, σο μποροσε ν ξελευθερωθε π’τ πηχτ σύννεφα, κόντευε ν κρυφθε πίσω π τν μελαν θαλάσσιο ρίζοντα. Τότε ρχισαν ν συναθροίζονται γοργόφτεροι ο Καρουλιτες σκητές, γι ν γιορτάσουμε λοι μαζ τ Χριστούγεννα. Κάποιοι κατέβαιναν π τ βράχια, λλοι π τς κρεμαστς σκάλες, ν κάποιοι π τς λυσίδες… ταν να πρωτόγνωρο κα συγκινητικ λο θέαμα!
Τοτοι ο ρημίτες εχανε περασμένους στος λιγνούς τους μους τος τρίχινους, λερωμένους μ γιασμένους ντορβάδες, μ ράσα χιλιομπαλωμένα καθς χαιρεντιόντουσαν νας-νας μ βαθει πόκλιση κι’ παιρναν τν θέση τους στ μικρ μιφεγγ γλυκύτατο κκλησάκι το Κυριακο.
Κρούσανε να μικρ σήμαντρο γι ν ρχινήσει γρυπνία ν ρμόδιος ερες φορώντας να μπλαβόχρωμο σν το πελάγους πιτραχήλι βαλε τ «Ελογητός»
Τ κρύο ταν τσουχτερό. λοι, σον μποροσαν, σαν σφιχτ τυλιγμένοι στ πτωχικ τος ράσα. Ο νασασμο τν ψαλτάδων τμιζαν σπιλοι καθς ψαλλον μέλποντες Το Θεο τ τραγούδια μέσα στ δειν κράτος το χειμνος, μ λιβανοκαπνισμενη θωρι τς γλυκόπνοης Παναγίτσας πού μας γνάντευε στοργικ σν Μανούλα π’ τ Τέμπλο ζέσταινε τν ψυχή μας μυσταγωγώντας μας στν ερουργία το χραντου τοκετο της, τς Το Χριστο γεννήσεως κι’ τσι εχαμε γαλήνη σν κα ‘κείνη τν προβάτων στ μαντρ τς βηθλεμ τότενες πο γίνηκε Θες νθρωπος γι ν ξαναγεννηθε νθρωπος στν οράνια Βηθλεέμ.
μως καθ’ λη τν διάρκεια τς κατανυχτικς λονυχτίας ντύπωση νερμήνευτή μο καμε νας δυνατισμένος κα λιπόσαρκος, σν τ καλάμι Καλόγηρος, μ μία μακρυ κάτασπρη γενιάδα πο ‘χε σταθε σ’ να παμπάλαιο στασίδι. Τ σμα του ν κα κάθονταν μέσα στ κρύο κα στν γρυπνι μετακίνητο σν τ’γάλματος, ντούτοις τ ριτιδιασμένο κι’λοζώντανο π τν σκηση πρόσωπό του, σν το φτασμένου κυδωνιο, καμε διάφορες κινήσεις κα παράξενους μορφασμος λλοιούμενο τακτικ κα φανερώνοντας πς ζοσε κενες τς στιγμς ντονα γεγονότα φερμένα π να λλον κόσμο.
Έβλεπες ν ναλλάσονται προσμον μ τν μελαγχολία, θλίψη, μ τν, χαρ …ν σκιρτ σν λαφομόσκι κα μέσως ν κουρνιάζει συγκλονισμένος π Θεο φόβο… κανε μορφασμος στ πρόσωπο λς κα παρακολουθοσε να λλόκοτο θέαμα κα τσι πότε κλαιγε, πότε συνοφρυόνταν, πότε χαμογελοσε κα δώστου πάλι Σταυρος κα μετάνοιες..
Κα σο σκητς κτελοσε τ δική του λογικ λατρεία πι δίπλα ο ψάλτες μορμύριζαν στν Πανάχραντο Θεοτόκο τ:
«Μεγάλυνον, ψυχή μου, τν τιμιωτέραν κα νδοξοτέραν τν νω στρατευμάτων. Μυστήριον ξένον ρ κα παράδοξον. Ορανν τ σπήλαιον…»
Τ μικρούλικα παλαι καντηλάκια στ Τέμπλο διέχεαν ρχοντικς μ κα σεμνς τς πολύχρωμες νταγες των κι νας πτωχς πολυέλεος μ γν κερ φώτιζε σο δύνατο γλυκ τ σκοτάδι. λα πλά, πέριττα, σκητικά…
τσι γαλήνια πῆγε γρυπνία σπου κοινωνήσαμε τν χράντων μυστηρίων κα δωσε ερες τ «δι’εχν» λαμβάνοντας τέλος οράνια κείνη μυσταγωγία.
ρόδινη νατολ σιγά-σιγ αγαζόνταν π τν πίσκεψη το λίου μηνύοντας τν νατολ νατολν, τν ωθιν στέρα, Ατν Τν γεννηθέντα ησο Χριστόν.
Μετ π’ τ’ ντίδωρο κα τν γιασμ προσφέρθηκε καφς και φραγκόσυκα στ φτωχικ κα πέριττο Κυριακ τς σκήτης τν Καρουλων. γ διακονοσα στ κέρασμα, μ πρόσεχα κα ποθαύμαζα κιόλας τος σκητές, θωρώντας τος λς κι’ ταν παράξενα ντα, ς ρχαγγέλοι π τς γς.
Τότε ρώτησε Πνευματικός τς Σκήτης κενον τν παράξενο σκητ ν θ μείνει κα αριο δ κα το πήντησε:
-Βεβαίως κα πιθυμ ν μείνω, ἐὰν κα θ θελα καλύτερα ν συχάσω στ καλυβάκι μου, μως δν χω ν φάω κα ν κάμετε γάπη δεχθετε κα μένα ν φάγω κοντά σας.
Τν πομένη μέρα κα φο ψάλλαμε τ Κτιτορικ χοντας νημερώσει δη γ τν Πνευματικ γι λη τούτη τν παράξενη συμπεριφορ το φτωχο σκητο κατ τν χθεσιν γρυπνίαν λέγει το τότε μ τόνο εγενικ μ κα πιτακτικό.
-δελφέ μου, σ παρακαλ, πές μας τί γροικοσες χθς στν λονυχτία κα λο λλαζε μορφ τ πρόσωπό σου.
σκητς μως ρνιόταν πεισματικ ν δώκει πάντηση φυλάγοντας ,τι ζησε μέσα του ς πανάκριβο θησαυρό.
σ ξορκίζω στ νομα Το Κυρίου ν μς πες.
-Λέγονται Γέροντα τέτοια πράγματα;
-‘Αντε κμε γάπη μήπως κα φεληθομε κα ‘μες ο δελφοί σου.
-…Μ δν μπορ.
-μα δν πες , π’ δ δ φεύγεις !
Μ λη τούτη τν εγενικ βία κα δίχως ν θέλει παράξενος σκητής, μως ναγκεμένος π τν γάπη το Πνευματικο κα τν Καλογήρων πο ‘χαν πομείνει κα τούτη τν μέρα στ Κυριακό, ρχισε ν μολογε μ δάκρυα κα συντριβή:
-Τί ν σς π; Νά!! ,τι διαβάζατε κα ψέλνατε σες τ βλεπα κα συμμετεχα κα ‘γ.
«Θωροσα τ Θεον βρέφος, τν Χριστούλη μας, τ προβατάκια, τα λίγα ζωντανά πο ‘σαν κε κα σταλιάζανε… μ ταν κα μία γελάδα πο στεκε κοντ στ πρόσωπο το Χριστο κα τ θέρμαινε μ τν νασασμ τς …τς σταγόνες πο έπεφταν π τν γρασία και τους νοτισμένους σταλαγμίτες, καθότι τανε σπήλαιον κε κα χι κάποιο νθρώπινο χτίσμα …Σιμ εδα κα Τν Παναγία μας, λεχώνα, πο εχε τυλίξει μ τ σεπτ πανωφόρι της τν Υό της κα νέκλεινε δίπλα πρς μία μερι κα κρύωνε γιατί τανε κεν κα δν εχε πο ν κουμπήσει… π τν λλη μερι μία ποιμένισσα φερε χνιστ γάλα πο μόλις εχε ρμέξει κα γι ν πλύνει κιόλας μ’ατ τ Θεικ βρέφος. Πο ν βρεθε ζεστ νερ κείνη τν ρα; λα κρύσταλλο κα παγωμένα ταν…
Κατσι γινε… κα τσι τρύπησε μ μις σπηλι κα μπκαν γγέλοι πού νεβοκατεβαίναν στον οραν ν κούγονταν γλυκύτατη μελωδία…
δ ωσφ λο κλαιγε ναντρανισμένος π δέος κα χαρ σν τν ερέα πο στέκεται μ φόβο στν ναίμακτο ερουργία τσι κα ‘κενος φημέρευε τούτη τν νυχτι στν πάντερπνο τοτο Ιερό Να μ κα πάμφτωχο συνάμα σπήλαιο τς βηθλεέμ.»
Πιο κάτω τ ζωηρ γέρι λυχτοσε στ Καρούλια, ν τ κύματα στ γριο σύνορο θαλάσσης κα γς πλητταν φρίσσοντα τος αποκρήμνους βράχους. Τα λευκά και πορφυρά κυκλάμινα μως, που νέθωραν μειλίχια ναρριχώμενα πό τις σχισμάδες των βαράθρων, μυνίριζαν τήν νάσταση ντός τς καρδιάς το χειμνος. … «Χριστς π γς· ψώθητε.»
λη λογικ μ κα λογη κτίσις στς Παναγιάς τό Περιβόλι μαρτυροσε δι μυρίων βεβαίων στομάτων πς ντως Χριστς γενήθη κα γαληνόμορφη Θεϊκ χαρ στν γ νεθρονίσθη.


ΧΡΙΣΤΟΣ ΓΕΝΝΑΤΑΙ
ΑΛΗΘΩΣ ΓΕΝΝΑΤΑΙ
π. Διονύσιος Ταμπάκης –Χριστούγεννα 2017

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Τα σχόλια σας θα πρέπει να αναφέρονται στη συγκεκριμένη ανάρτηση και να διατυπώνονται κόσμια ακόμα και αν διαφωνείτε.

Παρακαλούμε να χρησιμοποιείτε ελληνικούς χαρακτήρες.