7.2.18

Σάλπισμα εθνικής εγρήγορσης για τα δεινά που έρχονται από το Άγιο Όρος

Γέροντας Γρηγόριος: «Ο πόλεμος εγγύς, ετοιμάσου…»


Σ
λες τς θάλασσες το κόσμου πάρχουν τ κρογιάλια, πάρχουν ο κτές, πο σκν τ κύματα κα σηκώνονται βουνά, πάρχουν μως κα ο περιοχς πο τς νομάζουμε χοχλακάδες, κε πο δν πάρχει μμος κα μικρ χαλίκι, παρ μεγάλες χουχολες, πο στς φουρτονες συγκρούονται μεταξύ τους κα βγάζουνε φων σπερ δάτων πολλν. Πολλς φορς στάθηκα σ ατος τος χοχλακάδες κα φοβήθηκα τος κρότους τς θάλασσας, τν σύγκρουση τν πετρν μεταξύ τους. Δν σηκώνουν κύματα, λλ πραγματικ σν ν βρίσκωνται μέσα σ να μεγάλο καζάνι κα κοχλάζουνε. 

ναλογίσθηκα ατς τς μέρες πς ατς ο πέτρες χουν φων κα μάλιστα δυνατή, τς τραβάει θάλασσα μέσα κα μς τς ξαναφέρνει ξω, ως του ο χοχλο ατο γίνουν μικροί, γίνουν μμος, γίνουν ρια τς μεγάλης θάλασσας μ τν ξηρά. 

Ο
χοχλο ατο χουν δυνατς φωνές. Τ τράβηγμα μέσα στν θάλασσα κα πιστροφή τους στν γ μς δίνουν τρομακτικος κρότους. Ατος τος κρότους ν εχε κκλησία, σως πολλος θ δίδασκε, πολλος θ κρατοσε στς κρογιαλιές της. Δυστυχς, ο κρατοντες κα ο μ κρατοντες κληρικο πιστεύουν τι δν πρέπει ν πάρχουν χοχλακάδες, παρ μόνον κρογιαλιές. 

μες μως πο ζομε μέσα στν κόσμο χουμε δυστυχς νάγκη π τος χοχλακάδες. Κάποιος ν φωνάζη, κάποιοι ν κροτον τ χέρια, κάποιοι ν εναι τοιμοι ν πον στν κόσμο «ξυπντε». Σ ατος τος χοχλακάδες δν μπορε κανες ν κοιμηθ. κούει τος κρότους κα φοβται. λα φωνάζουν, λη κτίση συγκροτε φωνές, γι ν ξυπνήση κάθε ξουσία, κα ρασοφόρος κα πολιτικός. 

Ξέρω τι κόμη κα στ γιον ρος, κα γούμενοι κόμα, δν θ θελαν χοχλακάδες, λλ κρογιάλια. Μ σχολιάζουν. Μοναχέ μου, πάλξεις κρατς, δν μπορε ν κοιμσαι στς πάλξεις, λλ συνεχς, κατάπαυστα ν σαλπίζης κα ν φωνάζης κάθε παράκρουση πο γίνεται στ κράτος κα στν κκλησία. Κάθησε στν κρια το χοχλακ κα φώναξε μαζί του « κκλησία δν ποχωρε στς ρχές της· μένει στ θεμέλια τν γίων ποστόλων». Φοβσαι τι θ κακοκαρδίσης τν κρατοντα; Εναι πτώση σου φοβερή. 

κουσα ν κυκλοφορ μεταξ Μονν, κα μάλιστα τν πλέον γκρίτων: «Δν μς νοιάζει ποιος κα ν πατ ατν τν τόπο· θεος, πιστος, προδότης. μς –λένε– δν μς νοιάζει»! Βάλτον στς πάλξεις φύλακα ατν τν μοναχ ατ τ μοναστήρι κα πέσε ν κοιμηθς ξένοιαστα, πως τσοπάνος στν σκι τς δρυός. Φώναζε παππος μου στν τσοπάνο: «χει ντουρς ψωμί; Βάρα φα κα πνο κα μ νοιάζεσαι τ θ γίνουν τ πρόβατα». 

Καθένας πο
κάθεται στν χοχλακ ζ τν φόβο μήπως αριο ατ τ κύματα τ γριεμένα φθάσουν κα στν πόρτα του. 
Καλ
ποιμένα, τί σ κάνει ν καθεύδης κα δν κος το χοχλακ τν θόρυβο; Σήκωσε σημαία, να πανί, κκλησία κα θ δς πς παιδεία, πο λέγεται κπαίδευση, δν κυματίζει π τν μερι πο σ τ θέλεις. λοι περιμένουμε τ Πάσχα ν πομε «Χριστς νέστη». ν μως ατ δν τ λέμε κάθε μέρα, ποτ δν θ τ πομε σωστά. χι φοράω τ ρασάκι μου κα βολεύομαι μ τος πέντε-δέκα νορίτες κα τος περήλικες πο πισκέπτονται τν κκλησία. χω πέντε γρις κα πέντε γέρους κα εμαι ποιμένας; νεολαία πο εναι; Τρώγομαι μ τ ροχα μου, δν μ χωρονε, δν τ θέλω, φόσον κάθε μέρα δν τ κάνω σημαία παναστατική. Χρειάζεται πι πολς θόρυβος, γι ν πομε στος κρατοντες: 

«χι λλα ψαλιδίσματα στν λλάδα, χι λλες γοραπωλησίες μ τν γ τν πατέρων μας». Κα λλος τόσος θόρυβος, γι ν πομε στος ταγος τς κκλησίας: «χι λλα ψαλιδίσματα στν κοίμητη εκοσιτετράωρη κολουθία». «Πολλ γιος Θες χουν ο κολουθίες, ς κόψουμε μερικά» κος π τν ράθυμο παπ. Κα τ φοβερ εναι τι βάζουν ψαλίδι κα στ μυστήρια. κηδεία κατήντησε μπα-βγα. Κόψανε πολλς προσευχς γι τν νάπαυση τν κεκοιμημένων. κούγοντας κάποιος τν κηδεία νς δεσπότη επε: «, γιατί ατο λένε τόσα γράμματα γι τν αυτό τους κι μς μς στέλνουν διάβαστους;» 
 
ς Αγαιοπελαγίτης ζ στος χοχλακάδες π μικρ παιδ κα κούω τος θορύβους κα περιμένω τ ξύπνημα κάθε ποιμένα, κάθε διδασκάλου, κάθε πιστο νθρώπου. Προτιμ τν χοχλακ π τν κρογιαλιά. 
 
Μάννα λλάδα, κράτα χι μόνον τς κρογιαλιές, λλ κα τος χοχλακάδες, κα ποιος νοχλεται ς τραβήξη τ σπίτι του πι μέσα. Ν μ τ θέλει στν χοχλακ μόνον τ καλοκαίρι γι τν δροσιά, λλ κα τν χειμνα. 

 
Βλέπω τν συχία τν κληρικν μας κα γίνομαι χοχλακς κα φωνάζω. Βλέπω τν ναισθησία τν πολιτικν κα πραγματικ ρρωσταίνω. Τί ψαλιδίζεις τν σύνταξη το λικιωμένου; Τ χει δουλεμένα, τ χει πληρωμένα κα ναποθηκευμένα στ κράτος, γι ν μπορέση σήμερα ν ζήση. Δν εναι κλεψι ατό, ν το τ φαιρς κα κάθε τόσο ν τν κάνης ν φοβται κα τ φς το σπιτιο του ν νάψη; 
 
Κυβερντα, μ περιμένης ν κρατηθς μ τ ν δίνης στν λα ψίχουλα. Κάνε στν μπάντα κι ς ρθη κάποιος πο μπορε ν τ βγάλη πέρα.  νέχεια διώχνει τν ερήνη κα π τ σπίτι κα π τ κράτος. Μικρ πεινάγαμε. Ρωτούσαμε τν γιαγι «τί θ φμε;» κα παντοσε «ψωμ κα δακτύλι». ταν τότε σπάνιο πργμα ν χη ν δώση λίγες λις λίγο τυρί. Μολόχες κα βροβες τρώγαμε μαζ μ τ ξερ ψωμί. Κανες σήμερα δν μπορε ν λογαριάση τ χαρ τανε, ταν ρχιζε γ ν βγάζη χορτάρι. Μ να σκουτέλι χόρτα μ να κόμπο λάδι κα μι φέτα ψωμ δειπνούσαμε κα τν Θε δοξάζαμε. Μήπως πιστρέψαμε κε; Τώρα δν μιλμε γι τν καταναλωτικ κοινωνία, λλ γι τν πεινασμένη κοινωνία. Πρες πάλι π τν λικιωμένο τ γδοντάρι. πιτέλους πές μας πο θέλεις ν τν πς ατν τν σύνταξη; Ζητιάνο θά κάνης τν πατέρα σου κα τν μάννα σου, γι ν ζήσουν στ στερνά τους; Πέσε τολάχιστον στν χολχακ, γι ν μ βλέπεσαι κα κούγεσαι.
 
Ποιμένες, δν μπορετε ν κάθεστε στς πάλξεις κα ν μ σαλπίζετε. Δν μπορετε, καλογέροι, ν λέτε «δν μ νοιάζει ποιος κα ν πατ τ για χώματα». Ζστε στν χοχλακ κα χι στ κρογιάλια. γούμενε, μοναχέ, πάψε ν ζς σν μεγιστάνας, πάψε ν λς «δν μ νοιάζει». Πέταξε τ νάκλιντρο κα πάρε τ πλο γι τν μάχη. Τ ν κάθωμαι στν καρέκλα κα ν κουνιέμαι δν εναι δεγμα ποιμένος, εναι χαλίφη. Τν ποιμένα δν τν ξέρει οτε καρέκλα οτε τ κρεβάτι. μπρς κα ρθιος. πόλεμος γγύς. τοιμάσου, καλόγερε, κα μ σχολιάζης, ετε μοναχς εσαι ετε γούμενος, τν Δοχειαρίτη. 
 
Δν πλουμίζω τ πάπλωμα, λλ τ πλοποι κα φωνάζω: γωνισθτε. χι μόνον ν λέτε «χει Θεός». χει δώσει κα σ μς κα χουμε κι μες. χ χρυσέ μου, δοτήρας Χριστός, δοτρες κα μες στν κόσμο. Μεταδστε ,τι χετε. 

Γρηγόριος
ρχιπελαγίτης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Τα σχόλια σας θα πρέπει να αναφέρονται στη συγκεκριμένη ανάρτηση και να διατυπώνονται κόσμια ακόμα και αν διαφωνείτε.

Παρακαλούμε να χρησιμοποιείτε ελληνικούς χαρακτήρες.