27.10.14

Εισήγηση π. Λαυρεντίου Γρατσία: 5. Πατέρες της Εκκλησίας

 

Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας

Πέρυσι (2013) ἐκδόθηκε μεταφρασμένο στὰ ἑλληνικὰ ἕνα μικρὸ βιβλίο μὲ τίτλο «Ἡ θεωρία τῆς βιολογικῆς ἐξέλιξης καὶ ἡ Ὀρθοδοξία», ποὺ ἔγραψαν δύο ῾Ρουμᾶνοι εἰδικοὶ ἐπιστήμονες, ἡ Ὀάνα Ἰφτίμε (μικροβιακὴ γενετίστρια - βιοτεχνολόγος) καὶ ὁ Ἀλεξάντρου Ἰφτίμε (ἀνθρωπολόγος - ἐρευνητὴς βιολόγος).




Προλογίζοντας τὴν ἔκδοσι αὐτὴ ὁ καθηγητὴς τῆς θεολογίας Δημήτριος Τσελεγγίδης λέει ὅτι ἡ θεωρία τῆς ἐξελίξεως, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ἐπιστημονικὸ ἀντίλογο ποὺ ἀντιμετωπίζει, δὲν εἶνε δεκτὴ καὶ ἀπὸ τὴν ὀρθόδοξη θεολογικὴ σκέψι ὅπως αὐτὴ ἐκφράζεται ἀπὸ τοὺς ἁγίους πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Σύμφωνα μὲ τὴν ἁγιοπατερικὴ θεώρησι, ἡ μετάλλαξι τῶν ἐμβίων ὄντων ἀπὸ τὸ ἕνα εἶδος στὸ ἄλλο ἀπορρίπτεται. Ἡ οὐσία δηλαδὴ τῶν ὄντων παραμένει ἀμετάβλητη, ὅπως καὶ ἡ θέλησι τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία ἐκφράζεται στὴν κτίσι μὲ τοὺς «λόγους τῶν ὄντων», τὴν αἰτία δηλαδὴ καὶ τὸν σκοπὸ τῶν ὄντων. Μετὰ τὴν μνημονευόμενη στὴν
ἁγία Γραφὴ «κατάπαυσι» τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὴ δημιουργία ὅλης τῆς κτίσεως(βλ. Γέν. 2,2. Ἑβρ. 4,4), ὁ Δημιουργὸς «οὐκέτι παραγωγὴν οὐδεμίαν ἐπεδείξατο» κατὰ τὸν Μ. Φώτιο πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, δὲν παρήγαγε δηλαδὴ τίποτε πλέον, ἀφοῦ «ὅσα ἐχρῆν παρή γαγε» κατὰ τὸν ἱερὸ Χρυσόστομο, ὅσα δηλαδὴ ἦταν ἀπαραίτητα γιὰ τὴ λειτουργία τοῦ κόσμου τὰ εἶχε παραγάγει πλέον (ὁμιλ. εἰς τὴν Γένεσιν Ι΄· P.G. 53,…. Β.Ε.Π. 91, 121). Στὸ ἑξῆς «οὐδεὶς χρόνος διεφθαρμένα ἢ ἐξίτηλα ποιεῖ τῶν ζῴων τὰ ἰδιώματα» σύμφωνα μὲ τὴ χαρακτηριστικὴ ἔκφρασι τοῦ Μ. Βασιλείου, ὅσος δηλαδὴ χρόνος κι ἂν περάσῃ δὲν θὰ καταστραφοῦν καὶ δὲν θὰ σβήσουν οἱ ἰδιότητες τῶν ζῴων, ἀλλὰ «ἡ φύσις… τὰς τῶν γενεῶν ἀκολουθίας δι᾽ ὁμοιότητος ἀποσῴζουσα μέχρι τῆς συντελείας τοῦ παντὸς παραπέμπει», ἡ φύσις δηλαδὴ διατηρώντας τὶς διαδοχικὲς γενεὲς ὅμοιες μεταξύ τους τὶς ὁδηγεῖ μέχρι τὸ τέλος τοῦ σύμπαντος (εἰς τὴν Ἑξαήμερον ὁμιλ. θ΄ περὶ χερσαίων· P.G. 29,189c. Β.Ε.Π. 51,264,30-36).

Ἀντίθετα, ἂν γίνῃ δεκτὴ ἡ θεωρία τῆς ἐξελίξεως, αὐτὸ συνεπάγεται ὅτι καὶ ὁ ἄνθρωπος προέκυψε ἀπὸ τὴν ἐξέλιξι ἄλλων ἐμβίων ὄντων, δὲν δημιουργήθηκε δηλαδὴ ἐξ ἀρχῆς «κατ᾽ εἰκόνα καὶ καθ᾽ ὁμοίωσιν Θεοῦ» ὅπως λέει ἡ ἁγία Γραφή(Γέν. 1,26). Καὶ τότε γεννῶνται εὔλογα ἐρωτήματα· Πότε τὸ ἀνθρώπινο ὂν ἔλαβε τὴν καθαυτὸ ταυτότητά του, ὡς «κατ᾽ εἰ κόνα καὶ καθ᾽ ὁμοίωσιν Θεοῦ» δημιούργημα; Καὶ πῶς ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ –σύμφωνα μὲ τὴ δογματικὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας– προσέλαβε τὴν πληρότητα τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, ἀφοῦ αὐτὴ ἡ φύσι, κατὰ τὴ θεωρία τῆς ἐξελίξεως, δὲν εἶνε ἀκριβῶς ἡ ἴδια γιὰ ὡρισμένους προγόνους, ἀλλὰ καὶ γιὰ τοὺς ἀπώτερους ἀπογόνους τοῦ ἀνθρωπίνου γένους; Ἂν ὅμως ἡ ἀνθρώπινη φύσι δὲν παραμένῃ ἀπὸ τῆς δημιουργίας της ἀκριβῶς ἡ ἴδια σὲ ὅλες τὶς ἐποχές, κενώνεται στὴν πρᾶξι ὁ σκοπὸς τῆς θείας ἐνανθρωπήσεως, ποὺ εἶνε ἡ θεραπεία καὶ ἡ θέωσι τοῦ ὅλου ἀνθρώπου. Γιατὶ ἀποτελεῖ θεμελιῶδες ἀξίωμα, ὅτι «τὸ ἀπρόσληπτον, καὶ ἀθεράπευτον· ὃ δὲ ἥνωται τῷ Θεῷ τοῦτο καὶ σῴζεται»· ὅ,τι δὲν προσέλαβε ὁ Θεὸς Λόγος καὶ δὲν τὸ ἕνωσε μαζί του (= τὴν ἀνθρώπινη φύσι), μένει καὶ ἀθεράπευτο· ἐνῷ αὐτὸ ποὺ ἔχει ἑνωθῆ μὲ τὸ Θεό, αὐτὸ σῴζεται (Πρὸς Κληδόνιον πρεσβ. ἐπιστ. πρώτη· P.G. 37,181C-184A. Β.Ε.Π. 60,264).

Οἱ ἀνωτέρω δύο ῾Ρουμᾶνοι συγγραφεῖς παρατηροῦν, ὅτι ἡ θεωρία τῆς ἐξελίξεως μεταμορφώθηκε σὲ ἰδεολογία καὶ τελικὰ ἡ φιλοσοφία παρουσιάστηκε ὡς ἐπιστήμη. Ἕνας τέτοιος μετασχηματισμός, ποὺ εἶνε παράξενος καὶ τελείως ἀταίριαστος γιὰ τὴν ἀληθινὴ ἐπιστήμη, ἔγινε πραγματικότητα σὲ μία κοινωνία ὅπου ἡ ἀναμέτρησι τοῦ ὑλισμοῦ καὶ τοῦ ἰδεαλισμοῦ ἦταν ὅλο καὶ πιὸ ἔντονη, μὲ ἕναν αἱρετικὸ χριστιανισμὸ ποὺ πρὸ πολλοῦ ἔχασε τὴ δύναμι τοῦ ἁγίου Πνεύματος νὰ ἑλκύῃ τοὺς ἀνθρώπους στὸ Θεό.

Τὸ νὰ ὑποστηρίζῃ κανεὶς τὴν ἐξέλιξι σημαίνει πὼς ἀρνεῖται τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Χριστὸς εἶνε τέλειος Θεὸς καὶ τέλειος ἄνθρωπος.

Ἡ ἁγία Γραφὴ στὸ βιβλίο τῆς Γενέσεως διδάσκει, ὅτι ὁ ἄνθρωπος δημιουργήθηκε ἀπὸ τὸ Θεὸ ἐξ ἀρχῆς ὅπως εἶνε, δηλαδὴ ὡς ἄνθρωπος, μὲ μία εἰδικὴ πρᾶξι, ξεχωριστὴ ἀπὸ ἐκείνη τῆς δημιουργίας τῶν ἄλλων ἐμβίων ὄντων. Ὁ ἄνθρωπος δὲν «βγῆκε» ἀπὸ τὰ νερὰ οὔτε «φύτρωσε» ἀπὸ τὴ γῆ μὲ μία ἐντολή, ἀλλὰ πλάσθηκε ἄμεσα ἀπὸ τὸν Δημιουργό.

Ὁ ἅγ. Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος λέει· «“Καὶ κατέπαυσε”, φησίν, “ὁ Θεὸς ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῇ ἑβδόμῃ ἀπὸ πάν των τῶν ἔργων αὐτοῦ, ὧν ἐποίησεν” (Γέν. 2,2). Ἔστη, φησί, τοῦ δημιουργεῖν, καὶ παράγειν ἀπὸ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶναι. Πάντα γὰρ ὅσα ἐχρῆν παρήγαγε, καὶ τὸν μέλλοντα τούτων ἀπολαύειν ἐδημιούργησε (=Σταμάτησε, λέει, νὰ δημιουργῇ καὶ νὰ φέρῃ ὄντα ἀπὸ τὴν ἀνυπαρξία στὴν ὕπαρξι. Γιατὶ παρήγαγε (πλέον) ὅλα ὅσα ἦταν ἀπαραίτητα καὶ δημιούργησε αὐτὸν ποὺ ἐπρόκειτο νὰ τὰ ἀπολαύσῃ (= τὸν ἄνθρωπο)»(ἔ.ἀ.). Ὁ Θεὸς ἔκτισε ἕνα κόσμο ποὺ εἶχε, ἤδη, μέσα του ὅλα τὰ ἀναγκαῖα γιὰ νὰ λειτουργήσῃ πολὺ καλά, δημιούργησε δηλαδὴ κάτι συμπαγές, ὡλοκληρωμένο, ποὺ δὲν χρειαζόταν πλέον μετατροπές. Ἂν λοιπὸν ἡ δημιουργία, ἡ ἐμφάνισι δημιουργημάτων, ἡ μετάβασι ἀπὸ τὴν ἀνυπαρξία στὴν ὕπαρξι, σταμάτησε τὴν ἕκτη ἡμέρα, πῶς εἶνε δυνατὸν νὰ ἐμφανίζωνται κατόπιν νέα εἴδη;

Ὁ Μέγας Βασίλειος ἐπὶ τοῦ χωρίου τῆς Γενέσεως «Καὶ εἶδεν ὁ Θεὸς ὅτι καλόν»(1,8) λέει· Τὸ «καλόν», τὸ «ὡραῖο», κατὰ τὴ σημασία ποὺ δίνει ἐδῶ ἡ Γραφή, σημαίνει ὅ,τι εἶνε τέλεια δημιουργημένο καὶ ἐξυπηρετεῖ καλὰ τὸν σκοπὸ γιὰ τὸν ὁποῖο δημιουργήθηκε (ἔ.ἀ. ὁμιλ. γ΄· P.G. 29,76c. Β.Ε.Π. 51,214,21-24). Ἐφ᾽ ὅσον λοιπὸν τὰ δημιουργήματα ἦταν εἰς θέσιν νὰ ἐκπληρώσουν καλὰ τὸ καθένα τὸ δικό του σκοπὸ καὶ ἐπαινέθηκαν ἀπὸ τὸ Θεὸ ὡς τέλεια ὄντα, ὡς ἀπολύτως σύμφωνα μὲ τὸ σχέδιο τῆς δημιουργίας, ποῦ χωράει ἀκόμη ἡ ἰδέα τῆς μεταβολῆς; ποιά ἀναγκαιότητα θὰ ἐπέβαλλε τὴ μεταβολὴ καὶ ποιός θὰ ἦταν ὁ τελικὸς σκοπὸς ἐκείνης τῆς μεταβολῆς; Ἀφοῦ ἡ δημιουργία ἦταν τέλεια, μία μεταβολὴ θὰ μποροῦσε νὰ ὁδηγήσῃ μόνο πρὸς ἀτέλεια καὶ φθορά.

Στὸ χωρίο «Βλαστησάτω ἡ γῆ βοτάνην χόρτου, σπεῖρον σπέρμα κατὰ γένος»(Γέν. 1,11) ὁ Μ. Βασίλειος παρατηρεῖ ὅτι ἔτσι, αὐτὸ ποὺ φύτρωσε ἀπὸ τὴ γῆ κατὰ τὴν πρώτη δημιουργία, αὐτὸ διατηρεῖται μέχρι τώρα, ἐπειδὴ μὲ τὴν συνεχῆ διαδοχὴ τὸ εἶδος διατηρεῖται (ἔ.ἀ. ὁμιλ. ε΄· P.G. 29,97b. Β.Ε.Π. 51,223,35-37. Ε.Π.Ε. τ. 4, σ. 174-175). Μπορεῖ ἀπὸ κάποιες διασταυρώσεις νὰ παράγωνται τὰ λεγόμενα ὑβρίδια, ἀλλ᾽ αὐτὰ εἶνε στεῖρα καὶ σὲ λίγο ἐπανέρχον ται σὲ κάποιο ἀπὸ τὰ ἀρχικῶς διασταυρωθέντα εἴδη· μὲ ἄλλα λόγια, οἱ φύσεις δὲν συγχέονται.

Στὸ χωρίο «Ἐξαγαγέτω ἡ γῆ ψυχὴν ζῶσαν κατὰ γένος, τετράποδα καὶ ἑρπετὰ καὶ θηρία τῆς γῆς κατὰ γένος» (Γέν. 1,24) ὁ Μ. Βασίλειος παρατηρεῖ· Σκέψου - ἀναλογίσου ὅτι ὁ λόγος - ἡ προσταγὴ τοῦ Θεοῦ τρέχει διὰ μέσου τῆς κτίσεως, κι ὅτι ἄρχισε τότε καὶ ἐνεργεῖ μέχρι τώρα καὶ θὰ φτάσῃ ἕως τὸ τέλος, μέχρις ὅτου συμπληρωθῇ ὁ κόσμος. Ὅπως μιὰ σφαῖρα ἂν βρεθῇ στὸν κατήφορο δὲν σταματάει προτοῦ φτάσῃ σὲ μέρος ἐπίπεδο, ἔτσι καὶ φύσις τῶν ὄντων· ἀφοῦ ἔλαβε τὴν ἀρχικὴ κίνησι ἀπὸ ἕνα πρόσταγμα, διαπερνᾷ ὁμαλὰ τὴν κτίσι μὲ τὴν διαδοχὴ γεννήσεων καὶ θανάτων, διατηρώντας ὅμοιες τὶς ἀλλεπάλληλες γενεὲς τῶν εἰδῶν, ἕως ὅτου φτάσῃ στὸ τέλος της. Ἔτσι τὸν ἵππο διαδέχεται ἵππος καὶ τὸ λιοντάρι λιοντάρι καὶ τὸν ἀετὸ ἀετός, καὶ τὸ κάθε ζῷο διατηρεῖ τὸ εἶδος του μέχρι τῆς συντελείας τοῦ σύμπαντος (ἔ.ἀ. ὁμιλ. θ΄· P.G. 29,189b-c. Β.Ε.Π. 51,264,25-36. Ε.Π.Ε. τ. 4, σσ. 342-345).

Ὁ Μέγας Φώτος λέει ποιές εἶνε οἱ ἐργασίες τοῦ Δημιουργοῦ. Πρώτη εἶνε ἡ ἀρχικὴ παραγωγὴ καὶ δημιουργία τῶν ὄντων. Μ᾽ αὐτὴ τὴν ἔννοια ἐλέχθη ὅτι «Καὶ τὴν ἑβδόμη ἡμέρα ὁ Θεὸς ἀναπαύθηκε ἀπὸ ὅλα τὰ ἔργα του»(Γέν. 2,2). Ἀφοῦ δηλαδὴ ὁ Δημιουργὸς ὡλοκλήρωσε καὶ πραγματοποίησε τὶς φύσεις ὅλων τῶν ὄντων μέσα σὲ ἑπτὰ ἡμέρες, στὸ ἑξῆς δὲν παρήγαγε τίποτε πλέον. Δεύτερη ἐργασία εἶνε τὸ ὅτι ἀπὸ τότε κρατάει στὴν ὕπαρξι καὶ συντηρεῖ αὐτὰ ποὺ μία φορὰ δημιούργησε καὶ δὲν ἀφήνει νὰ ἐξαφανιστῇ ὁλόκληρο εἶδος καὶ νὰ καταλήξῃ στὸ μηδέν. Αὐτὴ ἡ ἐνέργεια καὶ ἡ συντήρησι λέγεται πρόνοια καὶ κηδεμονία τοῦ Θεοῦ. Καὶ τρίτη ἐργασία του εἶνε ὅτι κάθε φύσι, ἐνεργώντας τὴ δική της λειτουργία, δὲν ἐκδηλώνει τίποτε διαφορετικὸ καὶ ξένο ἀπὸ αὐτήν, ἀλλὰ καθεμιά, διαπλάθοντας καὶ μορφοποιώντας τὸ γέννημά της ὥστε νὰ εἶνε οἰκεῖο καὶ ὅμοιο μ᾽ αὐτήν, παρουσιάζει ἀνόθευτη τὴ διαδοχή (P.G. …,…).

Συμπεράσματα ἀπὸ τὸν Μ. Φώτιο·
α΄) ἡ δημιουργία ὡλοκληρώθηκε τὴν ἕκτη ἡμέρα,
β΄) οἱ λόγοι (= ἡ αἰτία καὶ ὁ σκοπός) τῶν ὄντων μένουν ἀμετάβλητοι,
γ΄) τὰ εἴδη κατὰ τὴν πάροδο τῶν ἐτῶν διαιωνίζονται ἀμετάβλητα ὡς εἴδη διὰ μέσου τῆς κληρονομικότητος (μὲ ἀπογόνους) τοῦ ἴδιου τύπου (τῆς ἴδιας φύσεως).

Ἐὰν ὁ ἄνθρωπος κατάγεται ἀπὸ κάτι ἄλλο, ἀπὸ πότε (καὶ μέχρι πότε) θεωρεῖται ἄνθρωπος, δηλαδὴ ὡς ἑνότητα σάρκας καὶ ψυχῆς ποὺ ἐνέχει τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ; Μὲ ἄλλα λόγια, πότε, σὲ ποιά ἱστορικὴ στιγμὴ ταυτίζεται ὁ ἄνθρωπος μὲ τὸν ἑαυτό του; Πότε «ἀρχίζει» νὰ εἶνε φορέας τῆς εἰκόνας τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ εἶνε καλεσμένος νὰ ὁμοιωθῇ μαζί του;

Ἐὰν ὁ ἄνθρωπος ἐξελισσόταν, δὲν θὰ ὑπῆρχε πλέον μία τέλεια καὶ πάντοτε ἴδια ἀνθρώπινη φύσι, σὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους καὶ σὲ ὅλες τὶς ἐποχές, φύσι τὴν ὁποία θὰ προσελάμβανε ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴ σωτηρία μας.


Συνεχίζεται


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Τα σχόλια σας θα πρέπει να αναφέρονται στη συγκεκριμένη ανάρτηση και να διατυπώνονται κόσμια ακόμα και αν διαφωνείτε.

Παρακαλούμε να χρησιμοποιείτε ελληνικούς χαρακτήρες.