14.12.17

Πώς το ελληνικό κράτος πλήρωσε ακόμα και τα οθωμανικά δάνεια

liyuxyomeu4f3d1fb207398

        Το 1824 – 1825 η επανάσταση περνούσε κρίσιμες στιγμές κυρίως εξαιτίας της έλλειψης χρημάτων. Οι επαναστατημένοι Έλληνες, για να αντιμετωπίσουν το οικονομικό πρόβλημα, αναγκάστηκαν να καταφύγουν σε εξωτερικό δανεισμό. Τα δάνεια όμως που  σύναψαν τότε ήταν ληστρικά. Οι ομολογίες τις οποίες υπέγραψε η επαναστατική κυβέρνηση είχαν η καθεμιά ονομαστική αξία 100 λιρών, αλλά διατέθηκαν στους ομολογιούχους προς 59 λίρες (δάνειο του 1824) και προς 55,5 λίρες (δάνειο του 1825), δηλαδή στο 59% και στο 55,5% της ονομαστικής τους αξίας αντιστοίχως.
Έτσι το κυοφορούμενο ελληνικό κράτος επιβαρύνθηκε με ένα χρέος ονομαστικού κεφαλαίου 2.800.000 λιρών, για να εισπράξει πραγματικό κεφάλαιο 1.572.000 λιρών. Αλλά και από το ποσό αυτό μόνο 540.000 λίρες έφθασαν τελικά στην Ελλάδα. Οι υπόλοιπες 1.032.000 λίρες δαπανήθηκαν ή σπαταλήθηκαν από τους διαπραγματευτές των δανείων και τους διαχειριστές τους (κυρίως τους Βρετανούς τραπεζίτες που ανέλαβαν την έκδοσή τους). Παράλληλα επί του  ονομαστικού κεφαλαίου του δανείου επιβλήθηκε επιτόκιο 5,5% ετησίως, δηλαδή 154.000 λίρες το χρόνο, πράγμα που σημαίνει ότι, για να πληρώσει έστω και μόνο τους τόκους, το ελληνικό κράτος θα εξαντλούσε μέσα σε τέσσερα χρόνια ολόκληρο το κεφάλαιο των 540.000 λιρών που είχε εισπράξει από τα δάνεια.( Γ. Β. Δερτιλής, Ιστορία του Ελληνικού κράτους 1830 – 1920, βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήνα 2005, τόμος Α΄, σ.σ. 117 – 118).
Κατά το 19ο και 20ο αιώνα οι μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις  χορήγησαν και άλλα ληστρικά δάνεια στην Ελλάδα, τα οποία συντέλεσαν στην οικονομική αφαίμαξη του λαού. Μάλιστα στις αρχές του 20ου αιώνα υποχρέωσαν το ελληνικό κράτος να πληρώσει ένα μέρος του παλιού δημόσιου οθωμανικού χρέους, ώστε να μη θιγούν τα συμφέροντα των Άγγλων και Γάλλων κεφαλαιούχων, οι οποίοι είχαν δανείσει την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Σ’ αυτή την άγνωστη πτυχή της οικονομικής ιστορίας της χώρας μας θα αναφερθώ στο σημερινό  post.
Μετά τη λήξη του Α΄ Βαλκανικού πολέμου συγκλήθηκε διάσκεψη εκπροσώπων των Μεγάλων Δυνάμεων στο Λονδίνο, για να καθορίσουν το εδαφικό καθεστώς στα Βαλκάνια ύστερα από την ήττα των Τούρκων. Με τη συνθήκη που υπογράφηκε τη 17η Μαΐου 1913 ο σουλτάνος παραχωρούσε στα συμμαχικά βαλκανικά κράτη όλα τα εδάφη δυτικά της γραμμής Αίνου – Μήδειας. Στη διάσκεψη αυτή τέθηκε και το ζήτημα καταβολής πολεμικών αποζημιώσεων από μέρους της Τουρκίας προς τις νικήτριες δυνάμεις (Ελλάδα, Σερβία, Βουλγαρία και Μαυροβούνιο). Οι εκπρόσωποι των Μεγάλων Δυνάμεων αποφάσισαν ότι, εάν τα βαλκανικά κράτη έπαιρναν πολεμικές αποζημιώσεις, τότε θα έπρεπε να αναλάβουν την αποπληρωμή μέρους από το οθωμανικό δημόσιο χρέος, δεδομένου ότι πολλά από τα δάνεια είχαν χρησιμοποιηθεί για την κατασκευή δρόμων και άλλων δημόσιων έργων σε περιοχές οι οποίες με το Βαλκανικό πόλεμο είχαν περάσει στην κατοχή των Βαλκάνιων συμμάχων. Τελικά το ζήτημα αυτό έμεινε εκκρεμές (εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ, φύλλο της 28ης Μαΐου 1913).
Ακολούθησε ο Α΄ παγκόσμιος πόλεμος. Με τη λήξη του υπογράφηκε η Συνθήκη των Σεβρών (1920), η οποία σήμαινε το διαμελισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και τη δημιουργία μιας σειράς κρατών στη Μέση Ανατολή (Συρίας, Παλαιστίνης, Ιορδανίας, κ.ά.). Τρία χρόνια αργότερα (1923) υπογράφηκε η συνθήκη της Λωζάννης. Αυτή τη φορά η Τουρκία, έχοντας τη διπλωματική υποστήριξη των Αγγλο – Γάλλων,  επέβαλε τους όρους της. Ένας από αυτούς  (άρθρο 47) καθόριζε ότι τα κράτη, τα οποία είχαν ενσωματώσει πρώην τουρκικές επαρχίες, ήταν υποχρεωμένα να αποπληρώσουν μέρος του δημόσιου οθωμανικού χρέους. Έτσι και η Ελλάδα, η οποία είχε απελευθερώσει κατά τους Βαλκανικούς πολέμους «τις νέες χώρες» (Μακεδονία, Ήπειρο, Κρήτη και νησιά του Ανατολικού Αιγαίου) θα κατέβαλε τον «οβολό» της για την εξόφληση των παλιών οθωμανικών δανείων. Το Νοέμβριο του 1924 το Συμβούλιο του Δημόσιου Οθωμανικού Χρέους καθόρισε ότι η ετήσια καταβολή της Ελλάδας θα ανερχόταν σε 648.000 τουρκικές λίρες, ήτοι σε 19.500.000 δραχμές (εφημερίδες ΕΜΠΡΟΣ και ΣΚΡΙΠ, φύλλο της 12ης Νοεμβρίου 1924).
Το ζήτημα ανακινήθηκε το 1959. Τότε η οικονομική στήλη των Times (φύλλο της 2ας Μαρτίου) ήγειρε το θέμα της εξόφλησης του ελληνικού μεριδίου από τα χρέη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Έγραφε συγκεκριμένα: «Δυνάμει της Συμφωνίας της Λωζάννης, τα κράτη τα οποία διεδέχθησαν την Οθωμανικήν Αυτοκρατορίαν (Τουρκία, Ελλάς, Συρία, Παλαιστίνη, Ιορδανία) ανέλαβον να πληρώσουν εις το συμβούλιον του οθωμανικού δημοσίου χρέους ορισμένα ποσά προς τους ομολογιούχους […]. Κατά την μεσολαβήσασαν 35ετίαν όλαι σχεδόν αι χρεώστιδες χώραι, εκτός της Ελλάδος, διεκανόνισαν τας διαφοράς των με το συμβούλιον. Η Ελλάς παραδέχεται την οφειλήν της, αλλά διά τον έναν ή τον άλλον λόγον δεν εξώφλησε μέχρι τούδε» (εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, φύλλο της 3ηςΜαρτίου 1959). Οι Άγγλοι ομολογιούχοι βρήκαν την ευκαιρία, εκμεταλλευόμενοι τις διεξαγόμενες τότε ελληνοαγγλικές συνομιλίες για το Κυπριακό, να ασκήσουν πιέσεις στη χώρα μας, ώστε να τους καταβάλει ποσά, τα οποία είχαν δανείσει κατά το παρελθόν στο οθωμανικό Δημόσιο.
Μετά τους Άγγλους τη «σκυτάλη» πήραν οι Γάλλοι. Το 1965 ο υποδιοικητής της Εθνικής τράπεζας Ν. Γαζής ως εκπρόσωπος της ελληνικής κυβέρνησης υπέγραψε στο Παρίσι τρεις συμφωνίες, με τις οποίες ρυθμίζονταν οι προπολεμικές δανειακές υποχρεώσεις της Ελλάδας έναντι της Γαλλίας. Συγκεκριμένα γινόταν διακανονισμός των δανείων που είχαν δοθεί στο ελληνικό κράτος το 1833 και το 1898 και  της προκαταβολής δανείου, η οποία είχε χορηγηθεί από γαλλικές τράπεζες το 1902 στην αυτόνομη τότε Κρητική πολιτεία. Στο Παρίσι λοιπόν τέθηκε θέμα ρύθμισης και της οικονομικής υποχρέωσης της Ελλάδας που απέρρεε από τη συνθήκη της Λωζάννης. Συμφωνήθηκε λοιπόν να καταβάλει η χώρα μας 551.000 αγγλικές λίρες σε Γάλλους και Άγγλους ομολογιούχους, οι οποίοι είχαν δανείσει παλιά την Οθωμανική Αυτοκρατορία (εφημερίδες ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ και ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ, φύλλο της 24ης Δεκεμβρίου 1965).
Με τέτοιες, λοιπόν, ρυθμίσεις διογκώθηκε το δημόσιο χρέος της Ελλάδας, η οποία δανειζόταν με ληστρικούς όρους, για να αποπληρώνει παλιότερα ληστρικά δάνειά της. Αυτή άλλωστε ήταν και η βασική αιτία των οικονομικών κρίσεων που αντιμετώπισε το ελληνικό κράτος στους δύο περίπου αιώνες της ύπαρξής του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Τα σχόλια σας θα πρέπει να αναφέρονται στη συγκεκριμένη ανάρτηση και να διατυπώνονται κόσμια ακόμα και αν διαφωνείτε.

Παρακαλούμε να χρησιμοποιείτε ελληνικούς χαρακτήρες.