5.3.19

Την ώ­ρα της κοι­μή­σε­ώς του ένα φως κα­τέ­βη­κε από τον ουρα­νό και το δω­μά­τιό του πλημ­μύ­ρι­σε από ευω­δία…


Ασκητές μέσα στον κόσμο Α’ – ε΄. Πατήρ Ἠλίας Διαμαντίδης ὁ μυροβλύτης

…Μιά γυ­ναῖ­κα δι­η­γή­θη­κε πώς κά­πο­τε τήν ὥ­ρα πού λει­τουρ­γοῦ­σε ὁ π. Ἠ­λί­ας βγῆ­κε φῶς ἀ­πό τήν εἰ­κό­να τοῦ ἁ­γί­ου Γε­ωρ­γί­ου καί στά­θη­κε πά­νω του.Ἔ­κα­νε συ­χνά λι­τα­νεῖ­ες για­τί προ­έ­βλε­πε κά­ποια συμ­φο­ρά πού ἐρ­χό­ταν. Ἔ­λε­γε: «Ἀ­πό τά ξε­ρά ξύ­λα καί­γον­ται καί τά χλω­ρά. Ἀ­πό τούς ἁ­μαρ­τω­λούς καί­γον­ται καί οἱ κα­λοί», «χω­ρίς κα­λά ἔρ­γα ἡ πί­στις νε­κρά ἐ­στι».

Ἕ­να ἀ­πό­γευ­μα μό­λις ἄρ­χι­σε νά σκο­τει­νιά­ζη, ὁ ἐγ­γο­νός τοῦ π. Ἠ­λί­α Γι­ῶρ­γος Κυ­ρι­α­κί­δης εἶ­δε ἕ­να πε­ρί­ερ­γο φῶς πού ἄρ­χι­σε νά ἀ­νε­βαί­νη ἀ­πό τό δά­σος χα­μη­λά πρός τό βου­νό πού ἦ­ταν τό σπί­τι, καί ὅ­λο δυ­νά­μω­νε. Σάν νά πῆ­ρε φω­τιά ὅ­λος ὁ τό­πος καί τό παι­δί ἄρ­χι­σε νά κλαί­η. Τόν ρώ­τη­σε ὁ π. Ἠ­λί­ας για­τί κλαί­ει καί τό παι­δί τοῦ ἀ­νέ­φε­ρε γιά τό φῶς. Γέ­λα­σε ὁ πα­τήρ καί τοῦ εἶ­πε: «Μήν κλαῖς παι­δί μου, αὐ­τός εἶ­ναι ὁ ἁη–Γι­ώρ­γης. Εἶ­ναι ὁ και­ρός πού ἔρ­χε­ται στήν Ἐκ­κλη­σί­α».

Στά τε­λευ­ταῖ­α του χρό­νια δέν μπο­ροῦ­σε νά περ­πα­τή­ση. Οἱ συ­χνές γα­στρορ­ρα­γί­ες, ὁ καρ­κί­νος τοῦ προ­στά­τη, ἡ αἱ­μα­του­ρί­α τόν εἶ­χαν κα­τα­βά­λει ἀ­φάν­τα­στα. Ση­κω­τό τόν πή­γαι­ναν στήν Ἐκ­κλη­σί­α. Ὅ­λη τήν μέ­ρα ἦ­ταν σάν νε­κρός ἀλ­λά τήν ὥρα τῆς προ­σευ­χῆς σάν νά ἔμ­παι­νε μιά θεί­α δύ­να­μη στό ἀ­δύ­να­το σῶ­μα του καί πα­ρα­κα­λοῦ­σε νά τόν πᾶ­νε στόν ἁη–Γι­ώρ­γη. Δι­ά­βα­ζε ἐ­πί τρεῖς ὧ­ρες τό Με­σο­νυ­κτι­κό καί τόν Ὄρ­θρο, ὕ­στε­ρα λει­τουρ­γοῦ­σε καί κοι­νω­νοῦ­σε τούς ἀν­θρώ­πους πού ἔρ­χον­ταν ἀ­πό μα­κρυ­ά μέ­σα στά χι­ό­νια.

Στίς 6 Δε­κεμ­βρί­ου 1939 ἡ­μέ­ρα Πα­ρα­σκευ­ή, ἀ­νή­με­ρα τῆς γι­ορ­τῆς τοῦ ἁ­γί­ου Νι­κο­λά­ου, ἄρ­γη­σε, δέν ση­κώ­θη­κε κα­τά τό σύ­νη­θες στίς 3. Ὁ ἅ­γιος Νι­κό­λα­ος τόν ἀ­γα­ποῦ­σε πο­λύ, συ­χνά τοῦ ἐμ­φα­νι­ζό­ταν καί συ­νω­μι­λοῦ­σαν. Ἦρ­θε λοι­πόν ἐ­κεί­νη τήν ἡ­μέ­ρα ὁ ἅ­γιος Νι­κό­λα­ος λου­σμέ­νος σέ φῶς, τόν ξύ­πνη­σε μ᾿ ἕνα θω­πευ­τι­κό ἁ­πα­λό χτύ­πη­μα καί γε­λοῦ­σε ὅ­λος ἀ­πό ἱ­λα­ρό­τη­τα.

Τό ἴ­διο ἔ­τος 1939 ἔ­φυ­γαν τά παι­διά του γιά τήν Ἑλ­λά­δα. Ὁ π. Ἠ­λί­ας ἐνέ­τει­νε τούς ἀ­γῶ­νες του καί ἄρ­χι­σε νά προ­ε­τοι­μά­ζε­ται γιά τήν ἔ­ξο­δό του ἀπ᾿ αὐ­τόν τόν κό­σμο.

Ὅταν πλη­σί­α­σε ὁ και­ρός τῆς κοι­μή­σε­ώς του, τίς τε­λευ­ταῖ­ες μέ­ρες ἔ­μει­νε κα­τά­κοι­τος. Δέν δε­χό­ταν φα­γη­τό τρε­φό­με­νος ἀ­πό τήν προ­σευ­χή. Κοι­μή­θη­κε ὁ­σια­κά μέ με­γά­λη εἰ­ρή­νη τόν Ἰ­ού­λιο τοῦ 1946. Τήν ὥ­ρα τῆς κοι­μή­σε­ώς του ἕ­να φῶς κα­τέ­βη­κε ἀ­πό τόν οὐ­ρα­νό καί τό δω­μά­τιό του πλημ­μύ­ρι­σε ἀ­πό εὐ­ω­δία. Τό δε­ξί του χέ­ρι ἔ­γι­νε σάν τό κε­ρί καί μαρ­τυ­ροῦ­σε τίς κρυ­φές του ἐ­λε­η­μο­σύ­νες. Ἐ­τά­φη κα­τά τήν ἐ­πι­θυ­μί­α του στήν αὐ­λή τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τοῦ ἀ­γα­πη­μέ­νου του Ἁ­γί­ου. Δε­ξιά του ἀρ­γό­τε­ρα ἐ­τά­φη ἡ πρε­σβυ­τέ­ρα του Σω­τή­ρα πού κοι­μή­θη­κε τό 1963 σέ ἡ­λι­κί­α 83 ἐ­τῶν καί ἀ­ρι­στε­ρά του ἡ κό­ρη του Ἀ­γά­πη (Μα­ρί­α μο­να­χή).

Ἀ­πό τόν τά­φο του τίς νύ­χτες ἔ­βγαι­νε φῶς. Οἱ στρα­τι­ῶ­τες ἀ­πό τά γύ­ρω ρωσ­σι­κά φυ­λά­κια τό ἔ­βλε­παν χω­ρίς νά μπο­ροῦν νά τό ἐ­ξη­γή­σουν καί αὐ­τό τούς φό­βι­ζε. Κά­θε νύ­χτα στίς δώ­δε­κα ἀ­κρι­βῶς τά με­σά­νυ­χτα, ἔ­βγαι­νε τό φῶς ἀ­πό τόν τά­φο του καί ἔρ­ρε­ε μύ­ρο. Ὅ­σοι χρί­ον­ταν ἀ­πό τό μύ­ρο, ἀ­πό ὅποια ἀρ­ρώ­στια καί ἄν ἔ­πα­σχαν, ἀ­μέ­σως γί­νον­ταν κα­λά. Αὐ­τά ἔ­γι­ναν γνω­στά καί πλέ­ον ἦ­ταν τό­σοι αὐ­τοί πού πή­γαι­ναν νά θε­ρα­πευ­θοῦν στόν τά­φο τοῦ π. Ἠ­λί­α, πού δέν μπο­ροῦ­σαν νά κρυ­φθοῦν˙ ἔ­γι­νε φα­νε­ρό προ­σκύ­νη­μα.

Τό­τε ὁ Δι­οι­κη­τής τῆς Ἀ­στυ­νο­μί­ας βρέ­θη­κε σέ δύ­σκο­λη θέ­ση. Ἤ­θε­λε μέν νά προ­στα­τεύ­ση τήν Ἐκ­κλη­σί­α, ἀλ­λά ἡ με­γά­λη συρ­ρο­ή τῶν πι­στῶν στόν τά­φο τοῦ π. Ἠ­λί­α δη­μι­ουρ­γοῦ­σε προ­βλή­μα­τα καί ἡ κα­τά­στα­ση ξέ­φευ­γε ἀ­πό τόν ἔ­λεγ­χό του, γι᾿ αὐ­τό ἀπε­φά­σι­σε νά κά­νουν τήν ἀ­να­κο­μι­δή τῶν ὀ­στῶν. Ἄ­νοι­ξαν τόν τά­φο ση­κώ­νο­ντας τήν πλά­κα καί βγῆ­κε φῶς ἀ­πό τόν τά­φο. Τό λεί­ψα­νο τοῦ πα­πα–Ἠ­λί­α ἦ­ταν ἀ­κέ­ραι­ο καί εὐ­ω­δί­α­ζε. Τό ἔθα­ψαν πά­λι καί ἀπα­γό­ρευ­σαν στόν κό­σμο νά προ­σέρ­χε­ται στόν τάφο. Ἀρ­γό­τε­ρα, ὅ­ταν ἄλ­λα­ξαν τά πράγ­μα­τα καί δό­θη­κε ἐ­λευ­θε­ρί­α, οἱ πι­στοί ἄρ­χι­σαν πά­λι νά πη­γαί­νουν στόν τά­φο τοῦ π. Ἠ­λί­α, τόν ἀ­να­κή­ρυ­ξαν Ἅ­γιο στό Βα­τούμ καί ἔ­βα­λαν τήν εἰ­κό­να του στήν Ἐκ­κλη­σί­α.

Τό 1962 Γε­ωρ­για­νοί Ἐ­πί­σκο­ποι ἄ­νοι­ξαν πά­λι τόν τά­φο του. Τό λεί­ψα­νό του δέν βρέ­θη­κε. Ὁ τά­φος του εἶ­χε συ­λη­θῆ. Με­τά τήν κοί­μη­σή του ἀ­νέ­βλυ­σε ἁ­γί­α­σμα πού θαυ­μα­τουρ­γεῖ σέ ὅ­σους ἀρ­ρώ­στους πλύ­νον­ται ἤ πί­νουν.

Από το βιβλίο: «Ασκητές Μέσα στον Κόσμο Α'» – ε΄. Πατήρ Ἠλίας Διαμαντίδης ὁ μυροβλύτης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Τα σχόλια σας θα πρέπει να αναφέρονται στη συγκεκριμένη ανάρτηση και να διατυπώνονται κόσμια ακόμα και αν διαφωνείτε.

Παρακαλούμε να χρησιμοποιείτε ελληνικούς χαρακτήρες.