
Το να λογοτεχνείς το φως είναι περιττό παρουσία του φωτός.
Συνεχόμενοι από μία αγωνία για να κηρύξουμε το φως, το οποίο φωτίζει, αν υπάρχει, χωρίς να χρειάζεται υπότιτλους το πνευματικό. Δε χρειάζεται πάντα. Και άλλοτε χρειάζεται ελαχίστως. Ή, αν χρειάζεται απαραιτήτως, κάπως το κάμει ο Θεός για να βγούμε εμπρός και να μιλήσουμε για το φως και να βοηθήσουμε τις καταστάσεις.
Στην πραγματικότητα, ο άνθρωπος του Θεού είναι ένας απαστράπτων προβολέας του Χριστού που κινείται ανάμεσα στον κόσμο και προκαλεί μεγάλη εντύπωση στους άλλους, ανεξαρτήτως αν οι άλλοι είπαν κάποτε με ειλικρίνεια, ότι: «Άνθρωπε, λάμπεις», ή, «Άνθρωπε, φύγε, γιατί μάς ελέγχει η παρουσία σου τη συνείδησή μας».
Χωρίς να το καταλαβαίνεις, διδάσκεις, ελέγχεις, οργανώνεις επαναστάσεις, αλλάζεις τη ζωή του διπλανού σου χωρίς να προφέρεις ούτε μία μικρή συλλαβή. Είσαι εκεί φωτεινός κατ’ ευδοκία Θεού, ένας κινητός μικρός Παράδεισος με ευωδία και ποταμούς, αμίλητος και όμως φωναχτός, δρόμος όρθιος του γλυκυτάτου Ιησού Χριστού.























