Ετικέτες

11.6.18

π. Ἄγγελος Ἀγγελακόπουλος : Ἐπίθεση "ἀγάπης" τῶν οἰκουμενιστῶν κατά τῶν Ὀρθοδόξων μέ ἀφορμή οἰκουμενιστικό συνέδριο


8ο ΔΣΟΘ_923
Ἐν Πειραιεῖ 10-6-2018
ΕΠΙΘΕΣΗ «ΑΓΑΠΗΣ» ΤΩΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΩΝ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ
ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ
Ἀπό 21 ἕως 25 Μαΐου 2018 πραγματοποιήθηκε στήν Θεολογική Σχολή τοῦ Α.Π.Θ. τό 8ο οἰκουμενιστικό Διεθνές Συνέδριο «Ὀρθοδόξου Θεολογίας» μέ θέμα : «Ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας : Ἡ Ὀρθόδοξη Θεολογία στόν 21ο αἰώνα»[1].
Οἱ εἰσηγητές ἀκολούθησαν τήν ψευδοσύνοδο τῆς Κρήτης, ἡ ὁποία «θεωρεῖ καταδικαστέα κάθε διάσπαση τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας, ἀπό ἄτομα ἤ ὁμάδες, ἐπί προφάσει τηρήσεως ἤ δῆθεν προασπίσεως τῆς γνησίας Ὀρθοδοξίας»[2], παραγνωρίζοντας ὅμως τό ἱστορικό γεγονός ὅτι στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἔσχατο κριτήριο εἶναι ἡ γρηγοροῦσα δογματική συνείδηση τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία στό παρελθόν ἐπεκύρωσε ἤ θεώρησε ληστρικές ἀκόμη καί Οἰκουμενικές Συνόδους. Κύριο χαρακτηριστικό τῶν εἰσηγήσεων τῶν οἰκουμενιστῶν κληρικῶν καί ἀκαδημαϊκῶν θεολόγων, ὑπῆρξε, ἐκτός τῶν καινοφανῶν, ἀθεολογήτων, αἱρετικῶν καί οἰκουμενιστικῶν θέσεών τους, ἡ ἐπίθεση «ἀγάπης» καθ’ἡμῶν τῶν ὀρθοδόξων, πού ἀντιδροῦμε, ἀπορρίπτουμε καί καταδικάζουμε τήν ψευδοσύνοδο τῆς Κρήτης, ἡ ὁποία ἀποδεικνύει τό μῖσος, τήν κακία καί τήν ἐμπάθεια, πού τρέφουν ἐναντίον μας. Βέβαια, εἶναι κατασταλαγμένο ἀξίωμα ὅτι ἐκεῖ, ὅπου παρατηρεῖται ἔλλειψη ἐπιχειρημάτων πρός ἀπόκρουση ἐπιστημονικῶν, θεολογικῶν καί πατερικῶν θέσεων, ἐπιστρατεύονται οἱ ὕβρεις καί οἱ χαρακτηρισμοί, πού καταδεικνύουν καί τό ἀνάλογο ἐπίπεδο ὅσων τούς χρησιμοποιοῦν, μέ ἀπώτερο σκοπό τήν ἀπομείωσή μας. 
Ἐδῶ εἶναι καί ἡ εἰδοποιός διαφορά μεταξύ μας. Ἐμεῖς δέν ἔχουμε μῖσος, κακία καί ἐμπάθεια σέ κανένα πρόσωπο. Ἀγαπᾶμε τά πρόσωπα, ἀλλά στηλιτεύουμε μέ ἐπιστημονικά καί θεολογικά ἐπιχειρήματα δηλώσεις καί ἐνέργειές τους, πού εἶναι ἀνατρεπτικές τῆς Ὀρθοδόξου πίστεώς μας, μέ σκοπό τήν μετάνοια τῶν προσώπων καί τήν ἀποκήρυξη τῶν αἱρετικῶν θέσεων καί πράξεών τους.  
Μελετήσαμε, λοιπόν, ὅσες εἰσηγήσεις ἔχουν δημοσιευθεῖ μέχρι σήμερα, ξεχωρίσαμε τά διάφορα ἀποσπάσματα, ὅπου περιέχονται τέτοιοι χαρακτηρισμοί ἐναντίον τῶν ὀρθοδόξως ἀντιδρώντων στήν ψευδοσύνοδο καί τά παραθέτουμε στό παρόν κείμενο, γιά τοῦ λόγου τό ἀληθές.    
Ὁ προεστώς τῆς ψευδοσυνόδου Οἰκουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος σέ μήνυμά του, πού ἀπηύθυνε στό συνέδριο, εἶπε : «Ἡ μαρτυρία τῆς Συνόδου ἀποτελεῖ σαφέστατη ἀπάντηση εἰς τούςαὐτοχειροτονήτους ὑπερασπιστές τῆς Ὀρθοδοξίας, οἱ ὁποῖοι δυσφημοῦν τό συνολικό ἔργο καί διχάζουν τόν λαό τοῦ Θεοῦ»[3].
Ὁ ἐκ τῶν θερμοτέρων ὑπερασπιστῶν τῆς ψευδοσυνόδου Σεβ. Μητρ. Μεσσηνίας κ. Χρυσόστομοςδήλωσε στό ΑΠΕ – ΜΠΕ ὅτι «ὅλοι αὐτοί, οἱ ὁποῖοι εὐελπιστοῦν ὅτι θά ἀμαυρώσουν τό ἔργο τῆς Συνόδου τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης, νομίζω ὅτι ματαιοπονοῦν»[4].
Ἕτερος ὑπέρμαχος τῆς ψευδοσυνόδου ὁ Θεοφ. Ἐπίσκοπος Χριστουπόλεως κ. Μακάριος στήν εἰσήγησή[5] του ἔγραψε  : «Εἶναι γνωστό ὅτι, μετά τήν ὁλοκλήρωση τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου, διαπιστώθηκε ἕνα φαινόμενο ἄκρως ἀνησυχητικόΚάποιοι ἀδελφοί μας κληρικοί, κινούμενοι ὄχι «χάριτι θείᾳ» ἀλλά «ἀνθρωπίνῃ σπουδῇ», ἔσπευσαν νά διακόψουν τήν κοινωνία μέ τόν Ἐπίσκοπό τους».
Σέ ἄλλο σημεῖο «Ἡ κατ᾽ ἐπιλογήν χρήση τοῦ κειμένου, [ἐννοεῖ τοῦ 15ου Κανόνα τῆς ΑΒ΄ Συνόδουσέ συνδυασμό μέ ζηλωτικές τάσεις ἤ, κατά τό Βαλσαμῶνα, σέ συνάρτηση μέ «τήν κατά μεθοδείαν σατανικήν εἰς τήν τῶν σχισματικῶν μανίαν», ὁδηγεῖ σέ ἀντιποίηση κανονικῆς ἀρχῆς, ἡ ὁποία, μέ τή σειρά της, ἀποτελεῖ τή βάση γιά τίς μετέπειτα ἐκκλησιαστικές παρενέργειες».
Παρακάτω : «Πρόσωπα, ὁμάδες, κληρικοί, μοναχοί, λαϊκοί, ὀργανώσεις καί συνάξεις δέν ἔχουν κανένα δικαίωμα καί καμμία αὐθεντία νά κρίνουν τί εἶναι αἵρεση καί νά χαρακτηρίσουν ποιός εἶναι αἱρετικός. Μέσα σέ αὐτό τό πλαίσιο καί μέ δεδομένη τή ζηλωτική ἔξαρση κάποιων ἀδελφῶν μας, πού ἐπικαλοῦνται παραβιάσεις συγκεκριμένων Κανόνων, γιά παράδειγμα περί συμπροσευχῆς μέ αἱρετικούς καί ἑτεροδόξους…».
Πιό κάτω «Ὡστόσο, οἱ διάφορες λίστες μέ τά παραπτώματα τῶν Πατριαρχῶν καί τῶν Ἐπισκόπων, πού κυκλοφοροῦν καί μοιράζονται ἀπό τούς σύγχρονους «ὁμολογητές τῆς πίστεως», βασίζονται κυρίως στήν παραβίαση συγκεκριμένων Κανόνων, ἀπό τήν ὁποία ἐξάγεται ὁ χαρακτηρισμός τοῦ αἱρετικοῦ».
Ἀλλοῦ : «Διανοήθηκαν ἆραγε ὅλοι αὐτοί οἱ δῆθεν μεγάλοι θεολόγοι, οἱ ἀποτειχισμένοι καί ἀποσχισμένοιὅλοι αὐτοί ,πού κατακρίνουν τούς κανονικούς Ἱεράρχες τῆς Ἐκκλησίας ὡς αἱρετικούς μέ βάση τά δικά τους κριτήρια…».
Στή συνέχεια «Ὅλοι αὐτοί, πού διέκοψαν τό μνημόσυνο τῶν Ἐπισκόπων τους, ἀπό ποιό σχίσμα ἀπήλλαξαν τήν Ἐκκλησία; Ἀπό ποιά κατάτμηση τήν προστάτεψαν καί πῶς διασφάλισαν τήν ἑνότητά της;Αὐτό, τό ὁποῖο διαπιστώνουμε, εἶναι ὅτι, ὄχι μόνο δέν προστάτεψαν καί δέν προστατεύουν τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά, ἀντίθετα, τήν διασποῦν κυριολεκτικά ἐν ὀνόματι τῶν δογμάτων καί τῶν Ἱερῶν Κανόνων. Γι᾽ αὐτό, ἐξάλλου, δέν ἐπαναπαύονται στήν ἁπλῆ παύση τῆς μνηνονεύσεως οὔτε στήν μετά πολλῆς ταπεινώσεως ἀναμονή τῆς ἀποφάσεως τῆς Συνόδου, ἀλλά κάνουν πανηγυρικές ἐμφανίσεις, διακηρύττουν μέ ἐπίσημες ἀνακοινώσεις τήν πράξη τους, προγραμματίζουν τήν ἡμέρα τῆς διακοπῆς τοῦ μνημοσύνου, σάν νά πρόκειται γιά ἀναγγελία δημιουργίας κόμματος, διαφημίζουν τό σχίσμα τους ὡς ἡρωική πράξη, ὀργανώνονται σέ συνάξεις καί συνέδρια, προσπαθώντας νά πείσουν γιά τά λάθη τῆς Ἐκκλησίας, φατριάζουν ἐναντίον τῶν Ἐπισκόπων καί μετά σπουδῆς προσπαθοῦν νά προσηλυτίσουν καί ἄλλους, γιά νά τούς ἀκολουθήσουν στόν ὀλισθηρό δρόμο, πού έχουν πάρει. Μέ δύο λόγια : κρατοῦν τήν Ὀρθοδοξία καί ἀπορρίπτουν τήν Ἐκκλησία!!! Αὐτός ὁ συνδυασμός, ὅμως, εἶναι ἀνύπαρκτος γιά τά δεδομένα τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας».
Σέ ἄλλο σημεῖο «Ἡ πράξη τῆς διακοπῆς κοινωνίας μέ τόν Ἐπίσκοπο, τόν ὁποῖο ἀποδέχεται κανονικά καί εὐχαριστιακά σύμπασα ἡ Ὀρθοδοξία, ὁδηγεῖ σέ ἕνα εὐχαριστιακό καί κανονικό ἀποκλεισμό, γεγονός πού εἴδαμε καί ζήσαμε στούς ἐλάχιστους ἁγιορεῖτες «ζηλωτές», οἱ ὁποῖοι, μαζί μέ τούς σύγχρονους «ὁμολογητές τῆς πίστεως», διέκοψαν τό μνημόσυνο τοῦ Ἐπισκόπου τους μέ ἕνα ἑρμαφρόδιτο καί ἐπαμφοτερίζοντα τρόπο».
Παρακάτω : «Δέν χρειάζεται, βέβαια, νά τεθεῖ καθόλου ὁ ἐκκλησιολογικός καί κανονικός προβληματισμός πρός ὅλους αὐτούς, πού κατακρίνουν τούς Πατριάρχες καί τούς λοιπούς Ἐπισκόπους ὡς σχισματικούς ἤ αἱρετικούς, γιά τό ποιός τελικά θά μᾶς πληροφορήσει ὅτι ὅλοι αὐτοί ἤ κάποιοι ἐξ αὐτῶν ἐπέστρεψαν στήν ἀληθινή πίστη καί μετενόησαν γιά τίς «κακοδοξίες» τους. Σήμερα βγαίνουν καί δηλητηριάζουν τό λαό τοῦ Θεοῦ μέ ἕνα σωρό ἀνακοινώσεις καί δημοσιεύματα ὅτι δῆθεν ὁ Πατριάρχης καί μερικοί Ἐπίσκοποι κηρύσσουν αἵρεση».
Καί τέλος «Σκοπός, ἐπίσης, τοῦ Κανόνα δέν εἶναι νά δώσει στούς «ζηλωτές» Κληρικούς ἕνα κανονικό ἐπιχείρημα, γιά νά ἀντιμάχονται καί νά πολεμοῦν τούς Ἐπισκόπους, οὔτε τό κανονικό δικαίωμα νά τούς χαρακτηρίζουν, κατά τήν κρίση τους, ὡς αἱρετικούς».
Ὡς ἀπάντηση στήν ἀθεολόγητη καί ἀντιεπιστημονική εἰσήγηση τοῦ κ. Μακαρίου, πού παρερμηνεύει τόν 15ο Κανόνα τῆς ΑΒ΄ Συνόδου, παραπέμπουμε στό βιβλίο τοῦ Αἰδεσιμολογιωτάτου Πρωτοπρεσβύτερου Θεοδώρου Ζήση «Δέν εἶναι σχίσμα ἡ ἀποτείχιση»[6] καί στήν ἐργασία τῆς ἡμέτερας ἐλαχιστότητος μέ τίτλο : «Συμβολή στό θέμα τῆς διακοπῆς μνημοσύνου»[7].
Ὁ κ. Μιλτιάδης Κωνσταντίνου στόν χαιρετισμό του στό συνέδριο δήλωσε ὅτι «Οἱ Θεολογικές Σχολές... δέχοται ἄδικες ἐπιθέσεις ἀπό φουνταμενταλιστικούς κύκλους, πού δυστυχῶς ἀπειλοῦν νά ἁλώσουν καί ἕνα, εὐτυχῶς μικρό, κομμάτι τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας» καί ὅτι «Κάποιοι, εὐτυχῶς ἐλάχιστοι, παρά τόν μεγάλο θόρυβο πού προσπαθοῦν νά ξεσηκώσουν, ἀμφισβήτησαν τό δικαίωμα τῆς Ἐκκλησίας νά ἀνταποκριθεῖ συνοδικῶς στίς σύγχρονες προκλήσεις»[8].
Ὁ κ. Παναγιώτης Σκαλτσῆς στόν χαιρετισμό του στό συνέδριο δήλωσε : «Σέ ἕναν κόσμο, πού συνεχῶς ἀλλάζει, καί σέ μιά ἐποχή, πού ὁ φανατισμός περισσεύει καί ἡ ἱερότητα τοῦ ἀνθρώπου ἀμφισβητεῖται, ἡ Ἐκκλησία ἔχει τήν εὐθύνη νά διαλέγεται μέ τό σήμερα καί νά ἀναδεικνύει ὅ,τι συμβάλλει στήν ἑνότητα μεταξύ μας, ὅ,τι λυτρώνει ἀπό τήν μισαλλοδοξία καί τήν ποικιλόμορφη κακία…»[9].
Ὁ κ. Χρῆστος Ἀραμπατζής στήν εἰσήγησή[10] του στό συνέδριο τόνισε : «Ἡ βασικότερη, λοιπόν, ἐπιχειρηματολογία ἐναντίον τῆς Συνόδου, ὅπως ἐκφράστηκε στούς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας ἀπό φωνές ἐπισκόπων, ἠγουμένων, μοναχῶν, διαμαρτυρίες ὁμάδων, χριστιανικῶν σωματείων, εἶναι ὅτι οἱ ἀποφάσεις της γιά τή στάση τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας ἔναντι τοῦ ὑπόλοιπου χριστιανικοῦ κόσμου, ὁ ὁποῖος βρίσκεται ἐκτός τῆς μυστηριακῆς κοινωνίας μέ τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, λανθάνουν, εἶναι ἐκτός τῆς ζωντανῆς ἁγιοπνευματικῆς παράδοσης τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας καί εἶναι προσδιοριστικές αἱρέσεως».
Συνεχίζοντας, ἐπεσήμανε ὅτι «ἡ προβολή αὐτῶν τῶν ἐπιχειρημάτων συνεκδοχικά ὁδήγησε σέ μιά ἄνευ προηγουμένου ἐπίθεση μοναχῶν, ἠγουμένων, μητροπολιτῶν καί ἁπλῶν πιστῶν ἐναντίον τῶν συμμετασχόντων στή Σύνοδο καί εἰδικότερα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί τῶν προκαθημένων τῶν αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν, πού συνέταξαν καί προσυπέγραψαν τό τελικό κείμενο».
Σέ ἄλλο σημεῖο ὑπογράμμισε ὅτι «ἡ ὅλη ἐξέλιξη καί ἡ συνέχιση τῶν ἀντιδράσεων, πού καταλήγουν συχνά σέ ὕβρεις, μᾶς προβλημάτισε, ὅταν ἀναλύσαμε τά ἐπιχειρήματά τους, τά ὁποία κατά τήν ἄποψή τους στηρίζονται στήν ζωντανή παράδοση τῶν Πατέρων καί ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας».
Τέλος, δήλωσε : «Ἡ διείσδυση τῆς πνευματικότητας, πού ἀποπνέει συλλογικά ὁ σύγχρονος λόγος τῶν μορφῶν αὐτῶν, εἶναι τό κύριο ἀνάχωμα στίς φονταμενταλιστικές ἀκραῖες τάσεις, πού ἐκπροσωποῦν διάφοροι κύκλοι».
Ὁ κ. Στυλιανός Τσομπανίδης στήν εἰσήγησή[11] του στό συνέδριο εἶπε : «Ἡ ἀπόφαση τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου στήν Κρήτη γιά τίς «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν χριστιανικόν κόσμον» εἶναι ἱστορική καί σημαντική, γιατί : - ἐπισήμως ἐπικυρώνει καί ἐμπεδώνει, ὑπό τήν ἐπιτυχή προεδρία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχη Βαρθολομαίου καί παρά τούς ὁμολογιακούς παροξυσμούς ὁρισμένων παραδοσιαρχικών κύκλων καί τά πυκνά «σύννεφα», πού μαζεύτηκαν πάνω ἀπό τήν Oικουμενική Κίνηση τά τελευταία 25 χρόνια, τή βούληση τῆς συνέχισης τῆς ἐνεργοῦ συμμετοχῆς της στήν Οἰκουμενική Κίνηση, καθώς ἐπίσης καί τήν ὑποχρέωση τῆς Ὀρθοδοξίας νά διαλέγεται μέ τόν «ἄλλον», μέ ἀνθρώπους ἄλλων πολιτισμῶν καί ἄλλων θρησκευτικῶν πεποιθήσεων».
Πιό κάτω «Ἐκτός ἀπό τά παραπάνω εὐαίσθητα θεολογικά-δογματικά θέματα, στήν ἐκκλησιολογική πρόκληση ἀνήκει ἐπίσης ἡ ἀντιμετώπιση τοῦ σοβαρότατου κινδύνου ἀπό τήν ἀναρρίπιση τοῦ φονταμενταλισμοῦ ἐντός τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, μέ κύριο χαρακτηριστικό τόν ἀντιοικουμενισμό, καθώς καί τῆς συνακόλουθης εὐθύνης της νά περιφρουρήσει τήν ἑνότητά της, προλαμβάνοντας αὐτούς, πού καραδοκοῦν νά καταφέρουν πλήγματα στό σῶμα της. Πολύ σωστά ἡ Σύνοδος προβάλει τό σοβαρό αὐτό πρόβλημα καί τό καταδικάζει («Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας…», §22, πρβλ. «Ἐγκύκλιο». §17, «Μήνυμα», §4). Ἡ ὁμόφωνη καταδίκη ἀπό τήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο τῶν σεκταριστικῶν ἀντι-οἰκουμενικῶν ὁμάδων καταδεικνύει, ὄχι μόνο τήν ἐπιβεβαίωση γιά τή συνέχιση τῆς ἐνεργοῦ συμμετοχῆς τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας στήν Οἰκουμενική Κίνηση, ἀλλά καί τή βούληση νά μήν ἐπιτρέψει τή μετατροπή της ἀπό «καθολική» καί «κατά τήν οἰκουμένην» Ἐκκλησία πού εἶναι, σέ μία ἐσωστρεφῆ καί αὐτάρεσκη ὁμάδα, σέ ἕνα «γκέτο» στό περιθώριο της ἱστορίας, ξένου πρός τούς ἀγωνιώδεις προβληματισμούς τοῦ σύγχρονου κόσμου καί ἀδιάφορου νά δείξει σέ αὐτόν τό ἀληθινό μήνυμα τοῦ Εὐαγγελίου».
Τέλος, σημείωσε ὅτι «γιά νά κατασιγάσουν οἱ ἀκραῖες φωνές, πού ἀκούγονταν μέσα στά πλαίσια τῶν τοπικῶν αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν σχετικά μέ τόν χαρακτηρισμό τῶν ἑτεροδόξων χριστιανικῶν κοινοτήτων ὡς «ἑτεροδόξων Ἐκκλησιῶν καί Ὁμολογιῶν», σέ διάφορα σημεῖα, ὅπου γινόταν λόγος γιά ἄλλες χριστιανικές «Ἐκκλησίες καί Ὁμολογίες», ἡ φράση αὐτή διαγράφηκε».
Ὁ κ. Σταῦρος Γιαγκάζογλου στήν εἰσήγησή[12] του στό συνέδριο εἶπε «Μέ πρόσχημα τή διάσωση τῆς Ὀρθοδοξίας ἀπό τήν αἵρεση, ἀπό τήν ἑτερόδοξη Δύση καί τόν οἰκουμενισμό, δῆθεν χαρισματικοί κληρικοί, μοναχοί καί λαϊκοί ἀναλαμβάνουν ρόλο ἀστυνόμου καί εἰσαγγελέα τῆς Ἐκκλησίας. Μέ σύνθημα τή φερόμενη ὡς καταστατική ἀντίθεση τῆς Ὀρθοδοξίας πρός τή Δύση καί τόν οἰκουμενισμό, μέ τή σχεδόν παλαιοημερολογίτικη ἀντιπαλότητα πρός ὁ,τιδήποτε ἤ ὁποιονδήποτε ἐκφράζει ἐνδιαφέρον γιά τήν οἰκουμενική κίνηση ἤ διαλέγεται μέ τά προβλήματα τοῦ σύγχρονου κόσμου, ἡ τάση αὐτή ἀποβαίνει, ὡς μή ὤφειλε, τό βατικάνειο Defensor Fidei καί ἡ ἀληθής καθέδρα τῆς καθαρεύουσας καί ἀκραιφνοῦς Ὀρθοδοξίας. Ἄν ἡ τάση αὐτή δέν ἐπηρέαζε καί ὁρισμένα ρεύματα ἤ ἀκόμη καί συνόδους τῶν κατά τόπους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, θά ἀποτελοῦσε ἁπλῶς μιά γραφική ἀντιμοντερνιστική κίνηση, ὅπως ἀκριβῶς συμβαίνει μέ τά ποικίλα φονταμενταλιστικά ρεύματα, πού ἐμφάνισε ἡ ἐποχή μας. Ἡ κίνηση αὐτή ἐκφράζει ἕνα εἶδος νεορθόδοξου σχολαστικισμοῦ ἤ φονταμενταλισμοῦ, ὁ ὁποῖος συνθηματολογεῖ ἐν ὀνόματι τῶν πατερικῶν κειμένων καί τῆς Ὀρθόδοξης Παράδοσης ἔναντι τῆς Δύσεως συλλήβδην. Πρόκειται γιά μιά ψευδομόρφωση τῆς πατερικῆς Παράδοσης, στήν ὁποία προβάλλεται ἡ νομική ἀπολυτοποίηση καί ἡ δικανική ἐκδοχή τῶν ἐκκλησιαστικῶν κανόνων καί τοῦ γράμματος τῶν πατερικῶν κειμένων. Ἡ Ὀρθοδοξία ἐκλαμβάνεται ὡς ἄτεγκτη «κανονική» ἀκρίβεια καί προσήλωση στό γράμμα τοῦ πατερικοῦ λόγου, μέ ἄμεσο ἀποτέλεσμα τήν ἰδεολογικοποίηση καί τή μετατροπή της ἀπό τρόπο ζωῆς σέ ἠχηρό φονταμενταλιστικό σύνθημα».
Καί πιό κάτω «Στό νέο περιβάλλον τοῦ πλουραλισμοῦ, ἡ χριστιανική θεολογία καλεῖται νά διαλεχθεῖ δημιουργικά μέ τήν πολιτιστική καί θρησκευτική ποικιλομορφία τοῦ σύγχρονου κόσμου. Ὀφείλει νά ἐπανεύρει τήν ἀληθινή οἰκουμενικότητα καί ἀνεκτικότητά της, γιά νά προσπεράσει τή μισαλλοδοξία καί τόν φανατισμό. Τό ἦθος τοῦ διαλόγου πρέπει νά διαποτίζει κάθε ἐνέργεια καί δράση της. Ὁ φανατικός εἶναι ἐκεῖνος, πού σφιχταγκαλιάζει τήν ἀλήθεια τόσο πολύ, ὥστε τελικά τήν πνίγει. Ἡ ἀλήθεια, λοιπόν, δέν εἶναι ἀνάγκη νά ἐκλαμβάνεται ὡς δογματισμός καί ἀποκλειστικότητα, ἀλλά ὡς ἑρμηνευτική πρόταση καί δυνατότητα νά προσέλθει σέ διάλογο καί σχέση μέ τόν ἄλλον. Ὁ κίνδυνος, πού ἀπειλεῖ τή γνήσια θρησκευτική ζωή σέ ὅλα τά μήκη καί τά πλάτη της γῆς, δέν εἶναι ἄλλος ἀπό τόν φανατισμό καί τή μισαλλοδοξία».
Τέλος, ὁ κ. Γρηγόριος Λαρεντζάκης στήν εἰσήγησή[13] του στό συνέδριο δήλωσε ὅτι «ἡ ἐνασχόληση αὐτή ἔχει πλέον, μετά τίς ἀποφάσεις τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης, πανορθόδοξα κατοχυρωμένη καί ἐπικυρωμένη ἀναγκαιότητα καί πανορθόδοξο κῦρος. Τοῦτο ἔχει ἀσφαλῶς καί ἐκκλησιαστικές καί κανονικές συνέπειες καί γιά ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐπιμένουν στήν ἀρνητική των στάση ἤ ἀκόμη καί ἀντικανονικά καταφέρονται κατά τῆς Συνόδου αὐτῆς καθ’ ἑαυτήν καί τῶν ἀποφάσεών της».
Σέ ἄλλο σημεῖο :
«Κακῶς λοιπόν καί ὅλως ἀνιστόρητα βάλλουν ὁρισμένοι ὑπερορθόδοξοι κατά τῆς χρησιμοποιήσεως τοῦ ὅρου Ἐκκλησία γιά τίς μή ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες καί μέ τήν διορθωμένη διατύπωση τοῦ τελικοῦ Κειμένου τῆς Συνόδου, τό ὁποῖο ὁμιλεῖ πλέον περί «τῆς ἱστορικῆς ὀνομασίας τῶν μή ὀρθοδόξωνἘκκλησιῶν».
Πιό κάτω : «Οἱ Θεολογικοί Διάλογοι πρέπει νά γίνονται μέ άγάπην ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους, τονίζει ὁ Ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός. Συνιστῶ συνειδητά καί ἐπίμονα νά μελετήσομε καί νά μιμηθοῦμε τήν θετική στάση τοῦ ἁγίου Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ πρός τόν Θεολογικόν Διάλογον, ἀλλά καί τήν μέθοδο, τήν ὁποία ἐφάρμοσε. Εἶμαι βέβαιος ὅτι θά ὠφεληθοῦμε τά μέγιστα ὅλοι, ἀσφαλῶς καί οἱ ἀρνητές τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, οἱ ὁποῖοι κακῶς τόν ἐπικαλοῦνται. Ἐάν δέν μιμηθοῦν τό παράδειγμά του ὑπέρ τῶν Οἰκουμενικῶν Διαλόγων, τότε νά σταματήσουν νά ἐπικαλοῦνται καί νά καπηλεύονται τό ὄνομά του ἀνιστόριτα, χαρακτηρίζοντάς τον ὡς «ἀντιοικουμενιστήν».
Ὡς ἀπάντηση στήν ἀθεολόγητη καί ἀντιεπιστημονική εἰσήγηση τοῦ κ. Λαρεντζάκη, πού παρερμηνεύει τήν στάση τοῦ ἄτλαντος καί προμάχου τῆς Ὀρθοδοξίας ἁγίου Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ, παραπέμπουμε στό κείμενο τῆς ἡμέτερας ἐλαχιστότητος μέ τίτλο : «Ἡ οἰκουμενιστική ταυτότητα τοῦ Σεβ. Μητρ. Ἀργολίδος κ. Νεκταρίου»[14]ὅπου στό τέλος ὑπάρχει ἑνότητα, πού ἀναφέρεται στήν κολόβωση τοῦ ἁγίου ἀπό τούς οἰκουμενιστές.
Καί τέλος ὁ κ. Λαρεντζάκης ἰσχυρίζεται ὅτι «ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος καί κατά τήν προετοιμασία της στά τελευταῖα χρόνια πρίν ἀπό τήν σύγκλησή της δέχθηκε κατ’ ἐπανάληψη ἀντιοικουμενικέςἐπιθέσεις».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλώ να γράφετε τα σχόλια σας με ελληνικούς χαρακτήρες.

Τα σχόλια σας θα πρέπει να αναφέρονται στην εν λόγω ανάρτηση και να διατυπώνονται κόσμια ακόμα και αν διαφωνείτε.